Δεν μπορείς να επιλέξεις το πώς θα πεθάνεις ή το πότε. Μπορείς μόνο να αποφασίσεις το πώς θα ζήσεις. Τώρα. (Joan Baez από το "Ξημέρωμα")
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020
Τετάρτη 20 Απριλίου 2016
Λορέντζου Μαβίλη, Πατρίδα
Πάλε ξυπνάει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγέρι
στὴν πλάση μυστικῆς ἀγάπης γλύκα,
σὰν νύφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προίκα,
λάμπει ἐνῶ σβηέται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστέρι.
Πεταλοῦδες πετοῦν ταίρι μὲ ταίρι,
ἐδῶ βουίζει μέλισσα, ἐκεῖ σφήκα·
τὴ φύση στὴν καλή της ὥρα ἐβρῆκα,
λαχταρίζει ἡ ζωὴ σ᾿ ὅλα τὰ μέρη.
Κάθε μοσχοβολιὰ καὶ κάθε χρῶμα,
κάθε πουλιοῦ κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στὰ φυλλοκάρδια μου κι ἐλπίδα
νὰ σοῦ ξαναφιλήσω τ᾿ ἅγιο χῶμα,
νὰ ξαναϊδῶ καὶ τὸ δικό σου Μάη,
ὄμορφή μου, καλή, γλυκειὰ πατρίδα.
Μόναχο, 5 Ιουν. 1888.
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου
Τετάρτη 6 Απριλίου 2016
Μ. Παπανικολάου, "Τοπίο"
Μ. Παπανικολάου, «Τοπίο», Τα ποιήματα, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, Πρώτη Έκδοση 1966
Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει, βρέχει
στις ελιές τις γκρίζες·
το νερό σα ρίγος τρέχει
από τα κλαδιά στις ρίζες.—
Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα,
σκοτεινά κάτω κι απάνω:
Ξεχωρίζουν μες στη μπόρα
τα τσαντήρια των Τσιγγάνων.
Απ’ την άσφαλτο, τα κάρα
κατεβαίνουν, κατεβαίνουν...
Λάμπουν μερικά τσιγάρα
στα παράθυρα του τραίνου.
Ένα σκιάχτρο απελπισμένο
στη νεροποντή, στο κρύο,
άδικα γνέφει στο τραίνο
κι εμψυχώνει το τοπίο.
Ανυπόφορη είναι η θλίψη
των αγρών, αυτό το μήνα!
Η βροχή μας έχει κρύψει
απ’ το φόντο την Αθήνα.
Και το βράδυ κατεβαίνει
μες στη νέκρα, μες στη γύμνια...
πού 'ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;
Γιατί σώπασαν τ' αγρίμια;
μες στη νέκρα, μες στη γύμνια...
πού 'ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;
Γιατί σώπασαν τ' αγρίμια;
Μες στον κάμπο τώρα μόνα
τα βαριά περνούνε τρένα,
λες και φέρνουν το χειμώνα
και τη νύχτα από τα ξένα.
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014
Έκθεση για τον Sherlock Holmes

Στο Μuseum of London παρουσιάζεται η έκθεση "Sherlock Holmes. The Man Who Never Lived And Will Never Die". Η έκθεση επιχειρεί να ανασυστήσει,μέσα από φωτογραφίες, έργα τέχνης κλπ, την ατμόσφαιρα του βικτοριανού Λονδίνου, την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία έδρασε ο ήρωας του Conan Doyle, o πιο διάσημος ντέτεκτιβ του κόσμου.
Πηγή: Μuseum of London
Ετικέτες
Λογοτέχνες
Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013
Θεματική ενότητα : Σχολική ζωή
Γ. Ιωάννου, Μετρημένα καρύδια
Γυρίζω από το σχολείο μου κατά τις 2 το μεσημέρι. Μόλις φάω, στρώνομαι να μελετήσω ξένη γλώσσα. Παίρνω και αγγλικά και γαλλικά. Μέχρι πέρσι μάθαινα αγγλικά μόνο, μα από φέτος με γράψανε και στα γαλλικά. Είναι καλύτερα να ξέρεις δύο ξένες γλώσσες παρά μία. Και ύστερα δεν πρέπει, λέει, ν’ αφήσω στη μέση τα γαλλικά του σχολείου. Τώρα μάλιστα με την Κοινή Αγορά…
Κι εγώ συμφωνώ με όλα αυτά, και με ακόμη περισσότερα, αλλά πώς μπορεί να γίνει; Πηγαίνω, λοιπόν, μέρα παραμέρα στα αγγλικά και μέρα παραμέρα στα γαλλικά. Σύνολο· μέρες έξι. Μα, δεν φτάνει να πηγαίνεις μόνο ε κεί, πρέπει και να διαβάζεις. Να γράφεις, να μελετάς, να κάνεις τις ασκήσεις σου. Εκτός αυτού πρέπει και να… πηγαίνεις. Να μεταβαίνεις, εννοώ, να διαθέτεις και για τον πηγαιμό κάποιο χρόνο. Αφήνω, βέβαια, τον ερχομό. Κάθε απόγευμα, λοιπόν, 4-5, ξένη γλώσσα.
Μετά, απο κεί, τρέχω αγκομαχώντας για το φροντιστήριο. Αυτό αρχίζει στις 6. Πηγαίνω σ’ ένα φροντιστήριο κάπως μακρινό, που σημειώνει όμως μεγάλες επιτυχίες. Αυτό το διάβασα κάποτε και στην εφημερίδα, σε μια διαφήμιση, όπου δημοσιευόταν κατάλογος μαθητών του φροντιστηρίου που είχαν πετύχει στις Ανώτατες Σχολές. Εκεί κάνω μάθημα δυο ώρες, αλλά δυο ώρες καθημερινά· φυσική, χημεία, μαθηματικά, τέτοια. Έκθεση δεν κάνω, θεωρούμαι καλός. Ο πατέρας μου όμως λέει ότι από του χρόνου θα με γράψει και σε ένα άλλο φροντιστήριο, όπου διδάσκουν μόνο έκθεση, μα είναι άσοι των άσων. Όλα τα ρητά, όλα τα γνωμικά, όλες τις παροιμίες, τις αφηρημένες έννοιες, προλόγους, επιλόγους, και κυρίως θέμα, σε όλα εκεί γίνεσαι ξεφτέρι. Αφήνω πια ορθογραφίες και σύνταξη, ώσπου να πεις ένα, τα ξέρεις. Φυσικά όλο επιτυχίες έχουν κι αυτοί. Αλλά ο πατέρας μου λέει και κάτι άλλο: Μόλις προχωρήσω στα γαλλικά, θα με γράψει και στα γερμανικά. Τρεις γλώσσες σήμερα είναι μεγάλο εφόδιο, λέει. Και δέκα γλώσσες είναι μεγάλο εφόδιο, αλλά πότε μαθαίνονται, σκέφτομαι εγώ.
Πάντως, αν καταλαβαίνω καλά από του χρόνου το πρόγραμμά μου θα είναι έτσι περίπου διαμορφωμένο: Από το πρωί ως το μεσημέρι σχολείο, το απομεσήμερο διάβασμα ξένων γλωσσών, μετά παρακολούθηση ξένων γλωσσών, ύστερα φροντιστήριο φυσικής και μαθηματικών, κατόπι φροντιστήριο έκθεσης και μετά κατά τις δέκα το βράδυ γυρισμός στο σπίτι για να φάω κάτι και να κοιτάξω επιτέλους τα μαθήματα μου. Και ευτυχώς που δεν είμαι κορίτσι, γιατί θα με είχανε γράψει και στο μπαλέτο.
Μα μήπως στις ξένες γλώσσες είμαι καλός; Μισά και κολοβά κι εκεί τα παρουσιάζω. Ούτε τις ασκήσεις όλες, ούτε τις ερωτήσεις όλες, ούτε στα προφορικά καλός. Βαρέθηκα πια να στραβομουτσουνιάζουν οι δάσκαλοι και να μου λεν τα υπονοούμενά τους.
Όσο για το φροντιστήριο, έχω χάσει την επαφή, δεν καταλαβαίνω τι λένε. Αφού δεν μελετώ καθόλου, πώς να τους παρακολουθήσω; Ο καθηγητής εκεί πολύ καλός –απέξω και ανακατωτά τα ξέρει– μου είπε μια μέρα: «Κάθισε εδώ, κάτι θα μείνει. Κάποτε θα τα μάθεις». Στεναχωρήθηκα, αυτός ο υπαινιγμός καθόλου δεν μου άρεσε, και μου ήρθε να του πω «Κύριε, σας παρακαλώ, στους γονείς μου να τα πείτε αυτά, που εννοούν, να μου τα μάθουν όλα μαζεμένα». Έχουν κάνει για μένα ένα σχέδιο και δώστου. Κι αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο.
Στοργικοί γονείς, το αναγνωρίζω και τους αγαπάω, αλλά απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι δυνατό να μάθω όλα αυτά τα πράγματα. Κι εγώ το βλέπω ότι είναι εντελώς απαραίτητες οι ξένες γλώσσες, όχι όμως όλες μαζί αυτή τη στιγμή, γιατί και θα κουραστώ και δεν θα μάθω.
Κι εγώ επίσης συμφωνώ ότι πρέπει να πετύχω σε μια Ανώτατη Σχολή, να σπουδάσω κάτι. Αλλά όχι να έχω παρατήσει ουσιαστικά το σχολείο, όπου παίρνεις μια γενική μόρφωση, από την πρώτη Λυκείου και να θεωρώ ως πρώτο και κύριο το φροντιστήριο.
Καλοί και χρυσοί είσαστε –προπαντός χρυσοί– αλλά το σχολείο είναι άλλο πράγμα. Δεν μπορώ να σας το πω αλλά το νιώθω. Από μικρό παιδί μ’ έβαλαν στα φροντιστήρια να σκέφτομαι πάνω σε δυο τρία πράγματα σαν κανένας ειδικός και να αγνοώ όλα τα άλλα. Αυτή η λατρεία της επιτυχίας μ’ αηδιάζει. Και ζηλεύω, ζηλεύω πολύ, αυτά τα παιδιά που βαδίζουν με σιγουριά και μέτρο.
Από τώρα με πιάνει σύγκρυο, για το τι έχω να τραβήξω, όταν θα έρθει εκείνη η ώρα. Μου έρχεται να τους πω· κι αν μπω στις Τεχνικές Σχολές, τι πειράζει; Άσχημα ζει ο τάδε, ο τάδε και ο τάδε; Αλλά πού μπορώ να τα πω αυτά; Η μάνα μου είναι ικανή να λυποθυμήσει. Αλίμονό μας, αν πάω σε Τεχνική Σχολή. Οι φιλενάδες της θα μας κάνουν κοινωνικό αποκλεισμό, ιδίως εκείνες που τα παιδιά τους μπήκαν σε Πανεπιστήμια, έστω και σε κάτι ξένα, της κακιάς ώρας.
Βέβαια δεν ζηλεύω αυτούς που χαζεύουν μέρα νύχτα στην τηλεόραση, στους σινεμάδες και στις βόλτες, αυτοί είναι το άλλο άκρο, μα τους άλλους, αυτούς τους μετρημένους, τους ζηλεύω. Εγώ ούτε αθλητισμό κάνω, ούτε γενικότερο κατατοπισμό έχω, ούτε και καμιά ψυχαγωγία προφταίνω. Έχω σκεβρώσει «ψυχή τε και σώματι», όπως μας έλεγε ένας καθαρευουσιάνος καθηγητής. Θέλω να προσέξω τον εαυτό μου, να βρω κάπως το δρόμο μου, και δεν μπορώ.
Αχ, πολύ βαρύς φέτος ο χρόνος. Κι εγώ νιώθω πολύ βαρύς, βαρύς και βαριεστημένος. Θα ξενοιάσω άραγε κι εγώ, έστω για λίγο κάποτε, σαν παιδί που είμαι;
Γιώργος Ιωάννου, "Μετρημένα καρύδια", Εφήβων και μη,
Κέδρος, 1982, σελ. 128 - 132
Για τη βιογραφία του Γιώργου Ιωάννου πατήστε εδώ
Γιώργος Ιωάννου, "Τα παρατσούκλια"
Συνάντησα προχτές στο δρόμο έναν παλιό συμμαθητή μου, φαλακρό πια και σχεδόν γερασμένο, που μου έκανε φριχτά παράπονα, ότι δήθεν τον
βλέπω στο δρόμο και δεν τον χαιρετάω. Τον άκουσα για αρκετή ώρα σιωπηλός και μετά βιάστηκα ν' αναγνωρίσω την ενοχή μου για να τον ξεφορτωθώ μια ώρα αρχύτερα. Σαν χωρίσαμε, άθελά μου πήρα ν' ανασκαλεύω τα περασμένα. Το αίμα μου φούντωσε. Αυτό το τέρας που είχε τώρα το θράσος να μου κάνει και παράπονα, ήταν ένας απ' τους μεγαλύτερους διώκτες και βασανιστές μου, όταν ήμασταν μαζί στο σχολείο. Κυρίως αυτός διαλαλούσε τα απειράριθμα παρατσούκλια μου, παριστάνοντας μάλιστα, όσο μπορούσε πιο γελοία, και τον τρόπο που μιλούσα. Η αληθεια είναι: ότι νέα παρατσούκλια δεν μου έβγαζε γιατί δεν ήταν σε θέση, έδειχνε όμως ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση των ήδη γνωστών. Αυτός επίσης ο ουραγκοτάγκος ήταν που μετέφερνε τα παρατσούκλια του σχολείου στη γειτονιά μου και το αντίστροφο, κι αυτός πάλι με την παρέα του μου τα φώναζαν ακόμα και μέσα στο δρόμο, όταν πήγαινα βόλτα με τους γονείς μου. Νομίζει το χαϊβάνι πως δεν τα θυμάμαι πια ή ότι έχω ψυχή επιπόλαια σαν τη δικιά του. Ξεχνάει όμως ή συγχωρεί ποτέ ένας άνθρωπος με σώες τις φρένες τα βασανιστήρια που του κάνανε; Πώς λοιπόν να ξεχάσω κι εγώ αυτά που τράβηξα απ' την πρώτη ακόμα τάξη του δημοτικού σχολείου;
Πρώτα πρώτα το άλλο, το παλιό μου επίθετο, ήταν ένα αστείο παρατσούκλι. Και δεν ήταν ανάγκη να το πουν οι άλλοι, έπρεπε κάθε τόσο να το δηλώνω μονάχος μου. Μικρόν ορισμένοι με ξεμονάχιαζαν και
Πρώτα πρώτα το άλλο, το παλιό μου επίθετο, ήταν ένα αστείο παρατσούκλι. Και δεν ήταν ανάγκη να το πουν οι άλλοι, έπρεπε κάθε τόσο να το δηλώνω μονάχος μου. Μικρόν ορισμένοι με ξεμονάχιαζαν και
μ' έβαζαν να το επαναλαμβάνω κάνοντας πως δεν το καλάκουσαν. Πεθαίνανε κάθε φορά στα γέλια. Στο σχολείο πάλι, όσο ανέβαινα τις τάξεις, το πράγμα καταντούσε μαρτύριο. Μόλις άρχιζαν να φωνάζουν κατάλογο, σφίγγονταν η καρδιά μου, ίδρωναν τα χέρια μου και μ' έπιανε τρεμούλα. Στο μεταξύ, ο καθηγητής είχε φωνάξει δυο τρεις φορές το επίθετό μου, ώσπου ν' ακούσει το άψυχο παρών που έβγαζα, μέσα σε μια τάξη σκασμένη κιόλας στα γέλια. Κάποτε ένας απαίσιος καθηγητής της μουσικής, μεγάλος σπάρος, διέκοψε τον κατάλογο, με πρόσταξε να σηκωθώ και μου έκανε στριμμένα: "Γιατί δε φωνάζεις δυνατά, ρε μπούφε;" Αυτό ήθελαν κι οι άλλοι, τους πετούσε νέα τροφή. Για μεγάλο διάστημα, εκτός από πολλά άλλα, ήμουν και ο "μπούφος" της τάξεως. Οι κακοηθέστεροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να το κάνουν γνωστό σ' ολόκληρο το γυμνάσιο. Επεδίωκαν μάλιστα να διηγούνται το περιστατικό, ενώ βρισκόμουν κάπως κοντά στην παρέα τους για να τ' ακούω κι εγώ και να σκάω [...].
Όταν όμως παίχτηκε κάποτε στο θέατρο μια οπερέτα με τίτλο Οικογένεια Βατραχιάν και γέμισαν οι τοίχοι αφίσες, ολόκληρο το σόι μου έπεσε άρρωστο. Κανένας τους δεν ήθελε να βγει στο δρόμο. Εγώ σχεδόν το χάρηκε γιατί επιτέλους τους έβλεπα κι αυτούς να υποφέρουν απ' τ' όνομά μας. Ευτυχώς όμως που έτυχε να είναι καλοκαίρι γιατί αλλιώς εγώ επρόκειτο να τραβήξω τα μαρτύρια των εβραίων στο σχολείο. Και τώρα καμιά φορά ακούω στο ραδιόφωνο την οπερέτα αυτή, που είναι πράγματι πολύ αστεία. Καρφί όμως δεν μου καίγεται. Ακόμα κι επίτηδες να μας το κάνουν, διόλου δεν μ' ενδιαφέρει. Μακάρια να μπορούσαν να την παίζουν μέρα νύχτα για να ευφραίνομαι.
Το ευτύχημα ήταν πως το γυμνάσιο βρίσκονταν σε άλλη περιφέρεια απ' το δημοτικό που είχα βγάλει κι έτσι στα παρατσούκλια του γυμνασίου δεν προστέθηκαν κι εκείνα του δημοτικού. Γιατί εκεί πια ήταν που μου είχαν ζεματίσει την ψυχή. Η δασκάλα μας, μια ανεκδιήγητη γκεργκέφω, μόλις με είδε ζαρωμένον στο θρανίο παρατήρησε: "εσύ παιδί μου, κάνεις σαν σκαντζόχοιρος". Όλα τα παιδιά γέλασαν κι απ' το πρώτο κιόλας διάλειμμα άρχισαν να μου το φωνάζουν. Η δασκάλα κατευχαριστημένη το επανέλαβε και τη δεύτερη ώρα. Στην αρχή όλοι μου φώναζαν το παρατσούκλι κοροϊδευτικά. Κατόπι, αντί να το ξεχάσουν, το συνήθισαν και το 'λεγαν χωρίς ιδιαίτερη κακία, σαν ένα οποιοδήποτε όνομα. Εγώ όμως αδύνατο να το συνηθίσω, κάθε μέρα με πλήγωνε πιο βαθιά. Ιδίως όταν παίζαμε ποδόσφαιρο κι ήθελαν να τους δώσω πάσα, τότε το "Σκαντζόχοιρε, Σκαντόχοιρε" αντηχούσε σ' όλους τους τόνους.
'Aρχισα να μην παίζω με κανέναν. Έπαιζα μόνος μου στην αυλή μας διάφορα παιχνίδια. Έβρισκα δυο φωλιές μερμήγκια διαφορετικά σε χρώμα και μέγεθος. Επειδή ήμουν πολύ ξανθός, ήθελα η μια φωλιά να έχει ξανθά μερμήγκια. Η άλλη είχε μελαχρινά με μεγάλα ευκίνητα πόδια. Δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν. Έπαιρνα τότε ένα απ' τα ξανθά, που ήταν πιο αδύναμα, και το 'ριχνα μέσα στην τρύπα της φωλιάς, εκεί όπου έβραζαν τα μαύρα μερμήγκια. Αυτά έζωναν αμέσως το ξανθό, το δάγκωναν από παντού, το τραβολογούσαν, και τελικά, μέσα σ' ένα συνωστισμό, το 'σερναν μισοπεθαμένο στη φωλιά τους. "Πάει ο σκαντζόχοιρος", έλεγα πικραμένος [...].
Τα βράδια, συνήθως την ώρα που τρώγαμε, περνούσαν παρέες παρέες τα παιδιά κάτω απ' το σπίτι και ούρλιαζαν στα σκοτεινά τα διάφορα παρατσούκλια μου. Μέχρι τραγούδια μου είχαν βγάλει. Μόνο εγώ τα άκουγα, οι δικοί μου χαμπάρι δεν είχαν. Μ' έπιανε τότε σφίξιμο στο στομάχι, χλώμιαζα, κι αφήνοντας το φαγητό στη μέση έτρεχα να κοιμηθώ ή μάλλον να κρυφτώ κάτω απ' τα στρωσίδια [...].
Ήρθε όμως μέρα, που το κακό στο σχολείο παράγινε. Δίπλα μου στο θρανίο καθόταν ένα παιδί, που του είχα ιδιαίτερη αδυναμία. Δε θυμάμαι πια τ' όνομά του. θυμάμαι όμως που φορούσε ναυτικά, παιδικά ρούχα της μόδας τότε. Ένα πρωί, στο διάλειμμα, η δασκάλα με κάλεσε στο γραφείο. Μέσα περίμενε μια άγνωστή μου κλαμένη γυναίκα, που μόλις μπήκα μ' αγκάλιασε και με φιλούσε. Κατόπι μου εξήγησε πως ο φίλος μου, λίγο προτού ξεψυχήσει, παραμιλούσε κι έλεγε συνεχώς τ' όνομά μου. Πάλι καλά που δεν έλεγε κι αυτός το παρατσούκλι μου -όλα να τα περιμένεις.
Στα σαράντα του, η φρικαλέα εκείνη δασκάλα φρόντισε να διορθώσει
Όταν όμως παίχτηκε κάποτε στο θέατρο μια οπερέτα με τίτλο Οικογένεια Βατραχιάν και γέμισαν οι τοίχοι αφίσες, ολόκληρο το σόι μου έπεσε άρρωστο. Κανένας τους δεν ήθελε να βγει στο δρόμο. Εγώ σχεδόν το χάρηκε γιατί επιτέλους τους έβλεπα κι αυτούς να υποφέρουν απ' τ' όνομά μας. Ευτυχώς όμως που έτυχε να είναι καλοκαίρι γιατί αλλιώς εγώ επρόκειτο να τραβήξω τα μαρτύρια των εβραίων στο σχολείο. Και τώρα καμιά φορά ακούω στο ραδιόφωνο την οπερέτα αυτή, που είναι πράγματι πολύ αστεία. Καρφί όμως δεν μου καίγεται. Ακόμα κι επίτηδες να μας το κάνουν, διόλου δεν μ' ενδιαφέρει. Μακάρια να μπορούσαν να την παίζουν μέρα νύχτα για να ευφραίνομαι.
Το ευτύχημα ήταν πως το γυμνάσιο βρίσκονταν σε άλλη περιφέρεια απ' το δημοτικό που είχα βγάλει κι έτσι στα παρατσούκλια του γυμνασίου δεν προστέθηκαν κι εκείνα του δημοτικού. Γιατί εκεί πια ήταν που μου είχαν ζεματίσει την ψυχή. Η δασκάλα μας, μια ανεκδιήγητη γκεργκέφω, μόλις με είδε ζαρωμένον στο θρανίο παρατήρησε: "εσύ παιδί μου, κάνεις σαν σκαντζόχοιρος". Όλα τα παιδιά γέλασαν κι απ' το πρώτο κιόλας διάλειμμα άρχισαν να μου το φωνάζουν. Η δασκάλα κατευχαριστημένη το επανέλαβε και τη δεύτερη ώρα. Στην αρχή όλοι μου φώναζαν το παρατσούκλι κοροϊδευτικά. Κατόπι, αντί να το ξεχάσουν, το συνήθισαν και το 'λεγαν χωρίς ιδιαίτερη κακία, σαν ένα οποιοδήποτε όνομα. Εγώ όμως αδύνατο να το συνηθίσω, κάθε μέρα με πλήγωνε πιο βαθιά. Ιδίως όταν παίζαμε ποδόσφαιρο κι ήθελαν να τους δώσω πάσα, τότε το "Σκαντζόχοιρε, Σκαντόχοιρε" αντηχούσε σ' όλους τους τόνους.
'Aρχισα να μην παίζω με κανέναν. Έπαιζα μόνος μου στην αυλή μας διάφορα παιχνίδια. Έβρισκα δυο φωλιές μερμήγκια διαφορετικά σε χρώμα και μέγεθος. Επειδή ήμουν πολύ ξανθός, ήθελα η μια φωλιά να έχει ξανθά μερμήγκια. Η άλλη είχε μελαχρινά με μεγάλα ευκίνητα πόδια. Δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν. Έπαιρνα τότε ένα απ' τα ξανθά, που ήταν πιο αδύναμα, και το 'ριχνα μέσα στην τρύπα της φωλιάς, εκεί όπου έβραζαν τα μαύρα μερμήγκια. Αυτά έζωναν αμέσως το ξανθό, το δάγκωναν από παντού, το τραβολογούσαν, και τελικά, μέσα σ' ένα συνωστισμό, το 'σερναν μισοπεθαμένο στη φωλιά τους. "Πάει ο σκαντζόχοιρος", έλεγα πικραμένος [...].
Τα βράδια, συνήθως την ώρα που τρώγαμε, περνούσαν παρέες παρέες τα παιδιά κάτω απ' το σπίτι και ούρλιαζαν στα σκοτεινά τα διάφορα παρατσούκλια μου. Μέχρι τραγούδια μου είχαν βγάλει. Μόνο εγώ τα άκουγα, οι δικοί μου χαμπάρι δεν είχαν. Μ' έπιανε τότε σφίξιμο στο στομάχι, χλώμιαζα, κι αφήνοντας το φαγητό στη μέση έτρεχα να κοιμηθώ ή μάλλον να κρυφτώ κάτω απ' τα στρωσίδια [...].
Ήρθε όμως μέρα, που το κακό στο σχολείο παράγινε. Δίπλα μου στο θρανίο καθόταν ένα παιδί, που του είχα ιδιαίτερη αδυναμία. Δε θυμάμαι πια τ' όνομά του. θυμάμαι όμως που φορούσε ναυτικά, παιδικά ρούχα της μόδας τότε. Ένα πρωί, στο διάλειμμα, η δασκάλα με κάλεσε στο γραφείο. Μέσα περίμενε μια άγνωστή μου κλαμένη γυναίκα, που μόλις μπήκα μ' αγκάλιασε και με φιλούσε. Κατόπι μου εξήγησε πως ο φίλος μου, λίγο προτού ξεψυχήσει, παραμιλούσε κι έλεγε συνεχώς τ' όνομά μου. Πάλι καλά που δεν έλεγε κι αυτός το παρατσούκλι μου -όλα να τα περιμένεις.
Στα σαράντα του, η φρικαλέα εκείνη δασκάλα φρόντισε να διορθώσει
κάπως τα πράγματα. Είχαν στείλει στο σχολείο φακελάκια με κόλλυβα και γλυκά παξιμάδια. Η κυρία μας, αφού φόρεσε τελετουργικά κάτι μαύρα μανικέτια απ' τον καρπό ως τον αγκώνα για να μη λερωθεί, είπε μελιστάλαχτα: "Ο σκαντζόχοιρος θα πάρει από δύο, γιατί ήταν φίλος του". Το χτύπημα ήταν αβάσταχτο. Σηκώθηκα κι έφυγα κλαίγοντας πικρά. Έπεσα στο σπίτι με πυρετό. Δεν ήθελα να ξαναπάω στο σχολείο ούτε να βγω έξω. Μάταια προσπαθούσαν να με πείσουν, ότι παραπονέθηκαν στη δασκάλα, που φυσικά όχι μόνο τ' αρνήθηκε όλα, μα δήλωσε πως μ' αγαπούσε ιδιαίτερα.
Τις επόμενες μέρες δεν μ' έστειλαν σχολείο. Η μάνα μου κάθε πρωί μου φορούσε τα καλά μου, μού 'βαζε ένα καπέλο, και μ' έστελνε στο γειτονικό Σέιχ-Σου [...].
Αυτό σαν να με γιάτρεψε κάπως. Την άλλη χρονιά με γράψανε σ' άλλο σχολείο.
Τώρα πια ούτε οι πιο κακόγλωσσοι και φαρμακεροί φίλοι και συνάδελφοί μου τολμούν να μου βγάλουν παρατσούκλι. Το πράγμα σχεδόν με στενοχωρεί. Φαίνεται πως με το πέρασμα του χρόνου η φωνή μου, η μορφή μου, η σκέψη μου, το βάδισμά μου, πήραν επιτέλους να μου ταιριάζουν, ίσως και να διορθώθηκαν, ενώ πρώτα ήταν ίσως πρόωρα και παράταιρα επάνω μου. Με τους περισσότερους όμως απ' αυτούς συμβαίνει τ' αντίθετο. Βέβαια, θα έχει παίξει κάποιο ρόλο και το γεγονός πως έχω γίνει εγώ ο ίδιος πια άσος στο να κολλώ παρατσούκλια και κάμποσα που έστειλα συστημένα κάποτε σε ορισμένους απόκοτους και γελοίους, τους ζεμάτισαν τόσο, που δεν ξανάβγαλαν άχνα. Κρίμα που δεν ανακάλυψα την μέθοδο αυτή πιο μπροστά.
Όπως όμως κι αν έχει το πράγμα, τώρα καταλαβαίνω πόσο μαρτύρησα κάποτε απ' το τίποτε και πόση επίδραση είχαν πάνω σ' όλη μου τη ζωή εκείνα τα παρατσούκλια.
Γιώργος Ιωάννου, "Τα παρατσούκλια", Η σαρκοφάγος. Πεζογραφήματα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1992, σσ. 35-40.
Τις επόμενες μέρες δεν μ' έστειλαν σχολείο. Η μάνα μου κάθε πρωί μου φορούσε τα καλά μου, μού 'βαζε ένα καπέλο, και μ' έστελνε στο γειτονικό Σέιχ-Σου [...].
Αυτό σαν να με γιάτρεψε κάπως. Την άλλη χρονιά με γράψανε σ' άλλο σχολείο.
Τώρα πια ούτε οι πιο κακόγλωσσοι και φαρμακεροί φίλοι και συνάδελφοί μου τολμούν να μου βγάλουν παρατσούκλι. Το πράγμα σχεδόν με στενοχωρεί. Φαίνεται πως με το πέρασμα του χρόνου η φωνή μου, η μορφή μου, η σκέψη μου, το βάδισμά μου, πήραν επιτέλους να μου ταιριάζουν, ίσως και να διορθώθηκαν, ενώ πρώτα ήταν ίσως πρόωρα και παράταιρα επάνω μου. Με τους περισσότερους όμως απ' αυτούς συμβαίνει τ' αντίθετο. Βέβαια, θα έχει παίξει κάποιο ρόλο και το γεγονός πως έχω γίνει εγώ ο ίδιος πια άσος στο να κολλώ παρατσούκλια και κάμποσα που έστειλα συστημένα κάποτε σε ορισμένους απόκοτους και γελοίους, τους ζεμάτισαν τόσο, που δεν ξανάβγαλαν άχνα. Κρίμα που δεν ανακάλυψα την μέθοδο αυτή πιο μπροστά.
Όπως όμως κι αν έχει το πράγμα, τώρα καταλαβαίνω πόσο μαρτύρησα κάποτε απ' το τίποτε και πόση επίδραση είχαν πάνω σ' όλη μου τη ζωή εκείνα τα παρατσούκλια.
Γιώργος Ιωάννου, "Τα παρατσούκλια", Η σαρκοφάγος. Πεζογραφήματα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1992, σσ. 35-40.
Για τη βιογραφία του Κ.Ταχτσή, πατήστε εδώ
Για τη βιογραφία του Ν.Καζαντζάκη, πατήστε εδώ
Για τη βιογραφία του Ἀντον Τσέχοφ, πατήστε εδώ
Για τη βιογραφία του Γ.Ρίτσου, πατήστε εδώ
Για το έργο της Βούλας Μάστορη, πατήστε εδώ
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου
Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013
"Η σιωπή του ξερόχορτου"
Στα πλαίσια του μαθήματος της Νεοελληνικής λογοτεχνίας ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης διάβασε σε μαθητές της Α΄γυμνασίου αποσπάσματα από το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου "Η σιωπή του ξερόχορτου". Ακολούθησε συζήτηση κατά την οποία οι μαθητές ανέπτυξαν τις απόψεις τους για το σχολείο του σήμερα και το σχολείο των ονείρων τους.








Ο Συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου
Δεξιοτέχνης της σύντομης φόρμας ο Σωτήρης Δημητρίου καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση στην ελληνική πεζογραφία των τελευταίων ετών. 'Ηδη ώριμος, πρωτοεμφανίζεται, το 1987, με τη συλλογή διηγημάτων Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη και συνεχίζει, διευρύνοντας μεθοδικά τη θεματική περιοχή του, με μια δεύτερη συλλογή, το 1989, 'Ενα παιδί απ' τη Θεσσαλονίκη, και μια τρίτη, το 1998, Η Φλέβα του λαιμού.
Ο Σωτήρης Δημητρίου σκιαγραφεί παρίες της Αθήνας. τους εξοστρακισμένους της εσωτερικής μετανάστευσης που κυριάρχησε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ένας κόσμος στέρησης και δυστυχίας ζωντανεύει στα διηγήματα, με ήρωες απόκληρους και σαλεμένους.
Αφαιρετικά, χωρίς το φόρτο των ερμηνευτικών σχολίων, ο Σωτήρης Δημητρίου αναζητεί τα δυσδιάκριτα όρια παθολογικού και φυσιολογικού. Στα πρώτα διηγήματα, φαίνεται να θέλγεται από ακραίες παθολογικές καταστάσεις, εκ γενετής διαμορφωμένες, ενώ, στα πλέον πρόσφατα, περιγράφει τις
διαταραχές που δημιουργούν και επιτείνουν οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος. Σαδομαζοχιστικές σχέσεις, που συχνά καταλήγουν σε επιθανάτιο εναγκαλισμό, αποδίδονται χωρίς δραματική φόρτιση, με έναν υφέρποντα ερωτισμό.
Παρόμοιοι χαρακτήρες ανθίστανται και δεν πλάθονται εύκολα, ιδίως μέσα στα στενά όρια που επιβάλλει το διήγημα. Η αρτίωση τους συνιστά τον άθλο της μορφής. Ο Σωτήρης Δημητρίου αποδίδει αυτούς τους ανθρώπινους τύπους παρακολουθώντας τη δική τους πλάγια οπτική γωνία, στην οποία αντιπαραθέτει την προοπτική του αφηγητή. Κατά κανόνα, το διήγημα ανοίγει συνοψίζοντας επιγραμματικά την ιδιότροπη φύση του ήρωα και τα δεινά του. Όπως στις ιστορίες συχνά συμπυκνώνεται η διάρκεια μιας ζωής, τα χρονικά περάσματα υποβοηθούνται με κάποιο θυμόσοφο απόφθεγμα. Οι διάλογοι περιορίζονται σε στιχομυθίες σπαρμένες μέσα στην αφήγηση, η οποία άλλοτε περιγράφει με κοφτές εντυπωτικές φράσεις κι άλλοτε καταφεύγει στην παρατακτική αναφορά.
Ωστόσο, οι ήρωες του Σωτήρη Δημητρίου ολοκληρώνονται ως φορείς της ντοπιολαλιάς που τους έθρεψε. Από τη Μουργκάνα Θεσπρωτίας ο συγγραφέας διασώζει στους διαλόγους των διηγημάτων το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του, γεμάτο ποιητικές μεταφορές και παρομοιώσεις. Αυτός ο λεκτικός πλούτος γονιμοποίησε κυρίως το μυθιστόρημα Ν' ακούω καλά τ' όνομα σου, το οποίο εκδίδει ο Σωτήρης Δημητρίου, το 1993. Πεζογράφημα που μοιράζεται σε τρεις φωνές και κινείται σε διαφορετικούς, επάλληλους χρόνους. Η ιστορία της ανάβασης εννέα γυναικών και των παιδιών τους, από τη Θεσπρωτία στο Αργυρόκαστρο, χειμώνα 1944, σε απελπισμένη αναζήτηση μέσων επιβίωσης. Αφηγήτριες, δυο αδελφές, μικρά παιδιά τότε, που βρέθηκαν ένθεν και ένθεν των ελληνοαλβανικών συνόρων, όταν αυτά έκλεισαν αμετάκλητα, διακόπτοντας οποιαδήποτε μεταξύ τους επικοινωνία.
Αν και ελληνοκεντρικό το συγγραφικό σύμπαν του Σωτήρης Δημητρίου και ιδιωματική η γλώσσα του, μεταφραστικά ευτύχησε, αποσπώντας το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου, ευρωπαϊκού αναγνωστικού κοινού. Πιθανώς και γιατί, τελικά, τόσο τα διηγήματα όσο και το μυθιστόρημα επικεντρώνονται στο δράμα ενός προσώπου για να απεικονίσουν με παραστατικότητα το αίσθημα της αδυναμίας και τη μοναξιά ταπεινών και αποβλήτων.
Μάρη Θεοδοσοπούλου
Κριτικός Λογοτεχνίας
Πηγή: http://www.tsamantas.com/sotirisdimitriou/
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου
Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013
Α.Π.Τσέχωφ, Μια ανιαρή ιστορία

«Ξέρω περί τίνος θα κάνω διάλεξη, αλλά δεν ξέρω πώς θα την
κάνω, από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω. Δεν έχω στο μυαλό μου καμιά έτοιμη
φράση, μου φθάνει όμως να ρίξω μια ματιά στο ακροατήριο – η αίθουσα είναι
φτιαγμένη αμφιθεατρικά - και προφέροντας
το στερεότυπο «στο προηγούμενο μάθημα μείναμε στο…» οι φράσεις με τις μακρόσυρτες αράδες πετούν
μέσα απ’ την ψυχή μου και ύστερα – ποιος με πιάνει! Μιλάω γρήγορα, με πάθος, χωρίς σταματημό και
θαρρώ πως δεν υπάρχει καμιά δύναμη που θα μπορούσε να διακόψει τη ροή του λόγου μου. Για να τα
λες καλά, δηλαδή όχι βαρετά και προς
όφελος του ακροατηρίου, πρέπει εκτός απ’
το ταλέντο να έχεις και επιδεξιότητα και εμπειρία, πρέπει να έχεις την πιο καθαρή αντίληψη τόσο των δυνάμεών
σου, όσο και αυτών που λες αλλά και αυτού που συνιστά το θέμα της διάλεξής σου.
Επιπλέον, πρέπει να είσαι τετραπέρατος και οξυδερκής, να μη χάνεις ούτε
δευτερόλεπτο το οπτικό σου πεδίο από τα μάτια σου.
Ο
καλός μαέστρος, μεταφέροντας τη σκέψη του συνθέτη κάνει ταυτόχρονα είκοσι δουλειές: διαβάζει την παρτιτούρα,
κινεί την μπαγκέτα, παρακολουθεί τον τραγουδιστή, κάνει κίνηση προς τα πλάγια,
μια στο τύμπανο μια στο κόρνο και ούτω καθεξής. Το ίδιο κι εγώ όταν παραδίδω το μάθημα. Μπροστά μου
έχω εκατόν πενήντα διαφορετικά άτομα και τριακόσια μάτια να με κοιτάζουν κατά
πρόσωπο. Ο δικός μου σκοπός είναι να υπερνικήσω αυτή την πολυκέφαλη Ύδρα. Αν
στο κάθε λεπτό της διδασκαλίας μου έχω σαφή αντίληψη το αν και κατά πόσο με
προσέχει και με καταλαβαίνει τότε την έχω στο χέρι. Ο έτερος αντίπαλός μου
βρίσκεται σε μένα τον ίδιο. Είναι η ατέλειωτη ποικιλία από μορφές, φαινόμενα
και κανόνες, που επηρεάζουν πολλές σκέψεις, δικές μου ή ξένες. Κάθε λεπτό
που
περνάει πρέπει να έχω την ικανότητα ν’ αρπάξω από αυτό το τεράστιο υλικό ό, τι
είναι πιο σημαντικό και αναγκαίο και
τόσο γρήγορα, καθώς ρέει ο λόγος μου, ώστε να εκφράζω τη σκέψη μου σε τέτοια
μορφή, που είναι προσιτή στην αντίληψη της Ύδρας και να προκαλεί την προσοχή
της, συνάμα δε, πρέπει να φροντίζω
επιμελώς, ώστε οι σκέψεις να μεταδίδονται όχι σαν ένα σύμφυρμα, αλλά με μια
καθορισμένη τάξη, απαραίτητη για τη σωστή σύνθεση της εικόνας την οποία θέλω ν’
αναπαραστήσω. Πέρα από αυτά προσπαθώ έτσι ώστε ο λόγος μου να είναι λογοτεχνικού επιπέδου, οι ορισμοί
μου σύντομοι και ακριβείς, η διατύπωση όσο γίνεται απλή και ωραία. Κάθε λεπτό
πρέπει να συγκρατώ τον εαυτό μου, να μην ξεχνώ ότι έχω στη διάθεσή μου μόνο μία
ώρα και σαράντα λεπτά. Με δυο λόγια έχω πολλή δουλειά. Την ίδια ώρα θα πρέπει
να είμαι και επιστήμων και παιδαγωγός και ρήτορας. Θα ήταν άσχημο για σας, αν ο
ρήτορας νικήσει τον παιδαγωγό και τον επιστήμονα ή το αντίθετο..
Διδάσκεις ένα τέταρτο, μισή ώρα και ξάφνου παρατηρείς,
ότι οι φοιτητές αρχίζουν να ρίχνουν ματιές
στο ταβάνι ή στον Πιοτρ Ιγνάτιεβιτς*, ο ένας βγάζει από την τσέπη του το μαντήλι, ο
άλλος κάθεται στη θέση του πιο βολικά,
ένας τρίτος χαμογελάει με κάποια σκέψη που κάνει… Αυτό σημαίνει ότι η προσοχή
στο μάθημα είναι σε κάμψη. Ανάγκη να λάβω τα μέτρα μου. Με την πρώτη κατάλληλη
ευκαιρία λέω κάποιο καλαμπούρι. Εκατόν πενήντα πρόσωπα χαμογελούν, τα μάτια
λάμπουν χαρούμενα και ακούγεται για λίγο
το βουητό της θάλασσας… Γελάω κι εγώ. Η προσοχή αναζωογονήθηκε και μπορώ να
συνεχίσω.

Κανένα άθλημα, καμία διασκέδαση, κανένα παιχνίδι δεν μου έχει δώσει τόση απόλαυση, όσο οι διαλέξεις μου στο μάθημα. Μόνο σ’ αυτές μπορούσα να δοθώ ολόκληρος με πάθος και τότε καταλάβαινα ότι η έμπνευση δεν είναι επινόηση των ποιητών, υπάρχει στην πραγματικότητα. Και νομίζω ότι ακόμα και ο Ηρακλής μετά τον πιο εντυπωσιακό άθλο του δεν θα αισθανόταν τόσο γλυκιά εξάντληση, όπως εγώ μετά τη διάλεξη.»
(Α.Π.Τσέχωφ, Μια ανιαρή ιστορία, εκδ. Ερατώ, Αθήνα, 2009, σε.35-38)
*Πιοτρ Ιγνάτιεβιτς: ειδικός παθολογοανατόμος ο οποίος εκτελούσε την ανατομή των πτωμάτων με σκοπό να καθορίσει την μεταθανάτια διάγνωση.
*Πιοτρ Ιγνάτιεβιτς: ειδικός παθολογοανατόμος ο οποίος εκτελούσε την ανατομή των πτωμάτων με σκοπό να καθορίσει την μεταθανάτια διάγνωση.
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
H εκπαίδευση στον κόσμο
Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012
O Amin Maalouf αθάνατος
Στις 23 Ιουνίου 2011 ο γαλλο-λιβανέζος συγγραφέας Αmin Maalouf εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας στη θέση ( no 29) του Claude-Lévis Strauss.
Σήμερα στη τελετή εισόδου του στο πνευματικό αυτό ίδρυμα, ο εξηντατριάχρονος συγγραφέας θα φορά την επίσημη στολή των αθανάτων, την "πράσινη στολή"* και το σπαθί** που θα φέρει τα σύμβολα της διττής του κουλτούρας :τη Μαριάννα και το λιβανέζικο κέδρο. Το σπαθί θα είναι επίσης διακοσμημένο με την αρπαγή της Ευρώπης, ενώ στη λεπίδα του θα βρίσκονται χαραγμένα τα ονόματα της συζύγου του και των τριών γιων του καθώς και τα πρώτα λόγια ενός ποιήματος που έγραψε ο πατέρας του.

*H επίσημη στολή των αθανάτων της Γαλλικής Ακαδημίας έχει σκούρο μπλε ή μαύρο χρώμα και είναι κεντημένη με κλαδιά ελιάς σε πράσινο και χρυσό χρώμα, εξού και η ονομασία "πράσινη στολή".
** Αρχικά το σπαθί συμβόλιζε ότι ο αθάνατος ανήκε στον Οίκο του βασιλιά. Aπό την Παλινόρθωση και μετά όλοι ανεξαιρέτως οι αθάνατοι πρέπει να φέρουν σπαθί. Εξαιρούνται οι άνθρωποι της εκκλησίας και οι γυναίκες. Η Jacqueline de Romilly το είχε αντικαταστήσει με μία κεντημένη τσάντα. Η λαβή του σπαθιού φέρει σύμβολα από τη ζωή και το έργο του νέου ακαδημαϊκού
Πηγές: Le Monde
Σήμερα στη τελετή εισόδου του στο πνευματικό αυτό ίδρυμα, ο εξηντατριάχρονος συγγραφέας θα φορά την επίσημη στολή των αθανάτων, την "πράσινη στολή"* και το σπαθί** που θα φέρει τα σύμβολα της διττής του κουλτούρας :τη Μαριάννα και το λιβανέζικο κέδρο. Το σπαθί θα είναι επίσης διακοσμημένο με την αρπαγή της Ευρώπης, ενώ στη λεπίδα του θα βρίσκονται χαραγμένα τα ονόματα της συζύγου του και των τριών γιων του καθώς και τα πρώτα λόγια ενός ποιήματος που έγραψε ο πατέρας του.
*H επίσημη στολή των αθανάτων της Γαλλικής Ακαδημίας έχει σκούρο μπλε ή μαύρο χρώμα και είναι κεντημένη με κλαδιά ελιάς σε πράσινο και χρυσό χρώμα, εξού και η ονομασία "πράσινη στολή".
** Αρχικά το σπαθί συμβόλιζε ότι ο αθάνατος ανήκε στον Οίκο του βασιλιά. Aπό την Παλινόρθωση και μετά όλοι ανεξαιρέτως οι αθάνατοι πρέπει να φέρουν σπαθί. Εξαιρούνται οι άνθρωποι της εκκλησίας και οι γυναίκες. Η Jacqueline de Romilly το είχε αντικαταστήσει με μία κεντημένη τσάντα. Η λαβή του σπαθιού φέρει σύμβολα από τη ζωή και το έργο του νέου ακαδημαϊκού
Πηγές: Le Monde
Ετικέτες
Λογοτέχνες
Τρίτη 26 Ιουλίου 2011
Oι 121 σωσίες του Hemingway
Όπως κάθε χρόνο, εδώ και 31 χρόνια, από τις 21 έως τις 24 Ιουλίου, έγινε στο νησί του Key West της Φλόριντα, ο διαγωνισμός για τον καλύτερο σωσία του Ernest Hemingway,
αμερικανό συγγραφέα και νόμπελ λογοτεχνίας 1954. Οι συμμετέχοντες φρόντισαν έτσι την εμφάνισή τους ώστε να μοιάζουν στη διάσημη φωτογραφία του καναδού Yousuf Karsh με την οποία ο 56χρονος τότε Ηemingway έμεινε στην αιωνιότητα.
![]() |
| Ernest Hemingway, 1957 |
Στο φετινό διαγωνισμό συμμετείχαν 121 σωσίες. Νικητής ο 64χρονος Matt Gineo, που έπαιρνε μέρος για δωδέκατη φορά .
Ο διαγωνισμός διεξήχθη στο μπαρ Sloppy Joe, που ο Ηemingway επισκεφτόταν συχνά.
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Προσωπικότητες
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
Ο Régis Debray στην Académie Concourt
O εβδομηντάχρονος συγγραφέας Régis Debray εξελέγη στην Académie Concourt που απονέμει κάθε χρόνο το βραβείο Concourt.
Στρατευμένος διανοούμενος o Régis Debray είναι συγγραφέας πολλών έργων. Πέρυσι δημοσίευσε το "Eloge des frontières" στις εκδόσεις Gallimard.
Στάθηκε στο πλευρό του Che Guevara. Το 1967 φυλακίστηκε πολλούς μήνες στη Βολιβία, στο Camiri , όπου έγινε και η δίκη του. Κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του σε συμπλοκές που προκάλεσαν το θάνατο 18 στρατιωτών.
«Danton», ήταν το ψευδώνυμό του ως guérillero.
Πηγή: Le soir
Στρατευμένος διανοούμενος o Régis Debray είναι συγγραφέας πολλών έργων. Πέρυσι δημοσίευσε το "Eloge des frontières" στις εκδόσεις Gallimard.
Στάθηκε στο πλευρό του Che Guevara. Το 1967 φυλακίστηκε πολλούς μήνες στη Βολιβία, στο Camiri , όπου έγινε και η δίκη του. Κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του σε συμπλοκές που προκάλεσαν το θάνατο 18 στρατιωτών.
«Danton», ήταν το ψευδώνυμό του ως guérillero.
Πηγή: Le soir
Ετικέτες
Επικαιρότητα
,
Λογοτέχνες
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Στο Mathias Enard το Prix Goncourt των μαθητών Λυκείου
To 23o Prix Goncourt των μαθητών Λυκείου απενεμήθηκε στο Mathias Enard για το έργο του "Parle-leur de batailles, de rois et d' elephants". Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας διηγείται τη "συνάντηση"του Μιχαήλ Αγγέλου με την Ανατολή. Στις 13 Μαϊου 1506 ο Μιchalangelo Buonarotti αποβιβάζεται στην Κωνσταντινούπολη μετά από πρόσκληση του Σουλτάνου που σκέφτεται να του αναθέσει την κατασκευή μιας γέφυρας στον Κεράτιο κόλπο...
To Prix Goncourt των μαθητών Λυκείου δημιουργήθηκε το 1988 με πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας της Γαλλίας και της Fnac . 2000 μαθητές των γενικών και επαγγελματικών λυκείων από 15-18 χρονών, μελετούν στη διάρκεια δύο μηνών τα 14 μυθιστορήματα που επιλέγονται κάθε χρόνο από την Academie Goncourt και απονέμουν το Prix Goncourt des lycéens στο λογοτέχνη που τους συγκίνησε περισσότερο.
Πηγή:Le soir
To Prix Goncourt των μαθητών Λυκείου δημιουργήθηκε το 1988 με πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας της Γαλλίας και της Fnac . 2000 μαθητές των γενικών και επαγγελματικών λυκείων από 15-18 χρονών, μελετούν στη διάρκεια δύο μηνών τα 14 μυθιστορήματα που επιλέγονται κάθε χρόνο από την Academie Goncourt και απονέμουν το Prix Goncourt des lycéens στο λογοτέχνη που τους συγκίνησε περισσότερο.
Πηγή:Le soir
Ετικέτες
Λογοτέχνες
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Τα γαλλικά βραβεία λογοτεχνίας 2010
| Jean-Marie Blas de Roblès. |
Prix de L’Académie Française – Jean-Marie Blas de Roblès. La Montagne de minuit (Zulma)
Femina- Patrick Lapeyre. La vie est brève et le désir sans fin (POL) Médicis - Maylis de Kerangal. Naissance d’un pont (Verticales)
Goncourt - Olivier Adam. Le cœur régulier (L’Olivier)
France Télévisions – Jérôme Ferrari. Où j’ai laissé mon âme (Actes Sud)
Premier roman – Thomas Heams-Ogus. Cent seize chinois et quelques (Seuil)
Flore - Bernard Quiriny. Les assoiffées (Seuil)
Renaudot - Antoine Bello. Enquête sur la disparition d’Emilie Brunet (Gallimard)
Goncourt des Lycéens - Vincent Borel. Antoine et Isabelle (Sabine Wespieser)
Décembre - Olivia Rosenthal. Que font les rennes après Noël? (Verticales)
Interallié - Eric Faye. Nagasaki (Stock)
Wepler - Claro. CosmoZ (Actes Sud)
Πηγή:Le Soir
Ετικέτες
Λογοτέχνες
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Η περιπέτεια των χειρογράφων του Franz Kafka
Τη Δευτέρα 19 Ιουλίου, χειρόγραφα και σχέδια του Franz Kafka (1883-1924) πρόκειται να ξεθαφτούν από τα θησαυροφυλάκια της Ελβετικής τράπεζας UBS, στα πλαίσια μιας δικαστικής διαμάχης ανάμεσα στις αρχές του Ισραήλ και τους κληρονόμους του συγγραφέα.
ελβετική τράπεζα το 1956. Σήμερα οι κληρονόμοι του Kafka ζητούν να επωφεληθούν από αυτά αλλά η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ είναι αντίθετη.
Πηγή: Libération
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Τέχνη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)













