Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Αργύρης Χιόνης (1943-2011)

Ο Αργύρης Χιόνης  γεννήθηκε στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης (Άμστερνταμ, Βρυξέλλες), δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας. 




Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966, με την ποιητική συλλογή "Απόπειρες φωτός" (εκδ. "Δωδεκάτη Ώρα"). Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: "Σχήματα απουσίας" ("Αρίων", 1973, αγγλική και ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. Tor/Amsterdam, 1971), "Μεταμορφώσεις" ("Μπουκουμάνης, 1974, ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. De Beuk/Amsterdam, 1976, μαζί με ποιήματα από τη συλλογή "Τύποι ήλων"), "Τύποι ήλων" ("Εγνατία-Τραμ", 1978), "Λεκτικά τοπία" ("Καστανιώτης", 1983), "Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη" ("Υάκινθος", 1986), "Εσωτικά τοπία" ("Νεφέλη", 1991, 1η ανατύπωση: 1999), "Ο ακίνητος δρομέας" ("Νεφέλη", 1996, 1η ανατύπωση: 2000), "Ιδεογράμματα" ("Τα τραμάκια", 1997), "Τότε που η σιωπή τραγούδησε" ("Νεφέλη", 2000), "Στο υπόγειο" ("Νεφέλη", 2004), "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει" (Γαβριηλίδης, 2010).  Το 2006 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των δέκα πρώτων ποιητικών του συλλογών, με τίτλο "Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000" ("Νεφέλη"). 

Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους, όπως "Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα" ("Αιγόκερως", 1981), "Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς" ("Πατάκης", 1995), "Τρία μαγικά παραμύθια" ("Πατάκης", 1998), "Όντα και μη όντα" ("Γαβριηλίδης", 2006) και "Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες" ("Κίχλη", 2008, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ' ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου). 

Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση, μεταφράζοντας έργα των Οκτάβιο Πας ("Ποιήματα", 1981), Ράσελ Έντσον ("Όταν το ταβάνι κλαίει", 1986), Τζέιν Όστεν ("Περηφάνια και προκατάληψη", 1997), Ρομπέρτο Γιάρος ("Κατακόρυφη ποίηση", 1997) και Ανρί Μισώ ("Με το αγκίστρι στην καρδιά: μια επιλογή από το έργο του", 2003).

 Έφυγε από τη ζωή απροσδόκητα το απόγευμα των Χριστουγέννων του 2011, από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 68 ετών, στο Θροφαρί Κορινθίας, όπου ζούσε επί είκοσι χρόνια.

ΠΗΓΗ: Biblionet



ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

Ιλιάδα.Ραψωδία Α στίχοι 54-306

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Ο δίσκος της Φαιστού

Η όψη Α'  του δίσκου


Η όψη Β΄ του δίσκου


Πλάγια όψη του δίσκου




Tο 1908, ένας ιταλός αρχαιολόγος που ερευνούσε το μινωικό παλάτι της Φαιστού στην Κρήτη, βρήκε έναν σχεδόν άθικτο δίσκο σε χρυσαφί χρώμα μέσα σε έναν υπόγειο χώρο ανάμεσα σε καμμένα οστά, χώμα και στάχτη. Το εύρημα αυτό θεωρείται ως ένα από τα πιο γνωστά μυστήρια της αρχαιότητας: ο δίσκος της Φαιστού. Ο δίσκος της Φαιστού είναι ένας μεγάλος πήλινος δίσκος, περίπου 15 εκατοστά σε διάμετρο και ένα εκατοστό σε πάχος. Και στις δύο πλευρές υπάρχουν παράξενα σύμβολα σε σπειροειδές σχήμα με δεξιόστροφη φορά προς το κέντρο. Εικάζεται ότι τα 45 μοναδικά σύμβολα φτιάχτηκαν με σφραγίδες που στάμπαραν πάνω στον νωπό ακόμα και εύπλαστο πηλό....

Ο Ιταλός αρχαιολόγος Λουίτζι Πέρνιερ βρήκε τον δίσκο σε ένα υπόγειο δωμάτιο του ανακτόρου κατά τη διάρκεια των ανασκαφών. Το ανάκτορο κατέρρευσε από σεισμό ή έκρηξη ηφαιστείου. ...


Αυτό που αποτελεί μυστήριο είναι τα ιερογλυφικά σύμβολα και στις δύο πλευρές του δίσκου. Τα σύμβολα είναι διάφορες εικόνες όπως αετοί, γάτες, βέλη , κράνη, άνθρωποι , κεφάλια, χειροπέδες και πολλά άλλα. Ο Ιταλός αρχαιολόγος Λουίτζι Πέρνιερ, αλλά και ο Σερ Άρθουρ Έβανς που είχε ανακαλύψει την Κνωσό το 1900 προσπάθησαν να αποκρυπτογραφήσουν τα σύμβολα, αλλά όλες οι προσπάθειες ερμηνείας απέτυχαν. Έκτοτε έγιναν άλλες 26 αξιόλογες προσπάθειας ερμηνείας, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Η γραφή είναι η γραμμική Α, μία γραφή που δεν σχετίζεται με καμία από τις γνωστές γλώσσες, ενώ κάποιοι ειδικοί την θεωρούν γραφή συλλαβικής μορφής που σχετίζεται με την γλώσσα των Χετταίων, την ινδοευρωπαϊκή, την γλώσσα του Ομήρου, αλλά και τη σημιτική....

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας. Αρχαιολογικός χώρος Γιτάνων

Την Πέμπτη 10 Οκτωβρίου οι μαθητές των τμημάτων Β1 και Α4 του σχολείου μας πραγματοποίησαν διδακτική επίσκεψη στο Αρχαιολογικό μουσείο της Ηγουμενίτσας. Στο φουαγιέ του μουσείου περιηγήθηκαν στην έκθεση PORTaRT 2019, όπου εκτίθενται εικαστικά έργα Ηπειρωτών δημιουργών και στη συνέχεια παρακολούθησαν θεματική ξενάγηση από την αρχαιολόγο κ. Β. Λάμπρου. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης συμπλήρωσαν φύλλα εργασίας με θέμα την αγγειοπλαστική τέχνη που αναπτύχθηκε στους οικισμούς των ιστορικών χρόνων στην ευρύτερη περιοχή της Θεσπρωτίας. Τέλος μετέβησαν στα Γίτανα, όπου γνώρισαν τη δεύτερη -κατά χρονολογική σειρά- πρωτεύουσα της αρχαίας Θεσπρωτίας και έδρα του Κοινού των Θεσπρωτών. Με την εξαιρετική ξενάγηση της κ. Λάμπρου, οι μαθητές έλυσαν τις απορίες τους για τον τρόπο ζωής και οργάνωσης των κατοίκων της σημαντικότατης αυτής πόλης και προσέγγισαν ένα μέρος του παρελθόντος της Ηπείρου με βιωματικό τρόπο.

Στο βίντεο που ακολουθεί στιγμιότυπα από την επίσκεψή μας στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ηγουμενίτσας και τα Γίτανα. 

Ιλιάδα. Ραψωδία Α 1-53

























Ικεσία του Χρύση. Ψηφιδωτό από την οικία των Νυμφών.Νεάπολη,4ος αι.μ.Χ.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Φράσεις σχετικές με τη ρωμαϊκή ιστορία


«Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια». Η φράση είναι πασίγνωστη και χρησιμοποιείται ευρέως, ιδιαίτερα σε πολιτικές τηλεοπτικές συζητήσεις. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η φράση είχε όντως ειπωθεί από τον Ιούλιο Καίσαρα, όταν χώρισε με τη δεύτερη σύζυγό του, Πομπηία Σύλλα. Το ζευγάρι είχε παντρευτεί το 67 π.Χ, όταν ο Καίσαρας ήταν 33 ετών. Ο χωρισμός, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ήταν αποτέλεσμα σκευωρίας εναντίον της Πομπηίας, που οργάνωσε ο ίδιος ο Καίσαρας. 

Πέντε χρόνια μετά τον γάμο, ήθελε να χωρίσει από την σύζυγό του για λόγους πολιτικού συμφέροντος και να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα με μεγαλύτερη επιρροή. Για να έχει δικαιολογία, οργάνωσε ένα σχέδιο. Όταν ήταν ποντίφικας η σύζυγός του είχε οργανώσει τη γιορτή της θεάς Αγαθής, όπου καλεσμένες ήταν μόνο γυναίκες και αυτός ο κανόνας ήταν ιερός και απαράβατος. Ο Καίσαρας έστειλε έναν τυχοδιώκτη και θρασύ νεαρό της Ρώμης, τον Πόπλιο Κλαύδιο Πούλχερ, ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως ερωτευμένος με την Πομπηία. Αποστολή του ήταν να μπει κρυφά στο παλάτι, την ώρα της ιερής γιορτής. Ο νεαρός μεταμφιέστηκε σε οργανοπαίκτρια για να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς και κατάφερε να εισέλθει στο ανάκτορο. Ο Καίσαρας ήξερε καλά ότι εκτός από τους φρουρούς, υπήρχε και η μητέρα του Αυρηλία, η οποία παρακολουθούσε κάθε κίνηση της νύφης της. Έτσι ανακάλυψε τον Πόπλιο, που προδόθηκε από τις ανδρικές του κινήσεις και ο Καίσαρας κατηγόρησε την Πομπηία για μοιχεία. Ο Ιούλιος είχε πια την αφορμή που έψαχνε για τον χωρισμό. Όταν η γυναίκα του αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον νεαρό και δήλωσε πως ήταν τίμια, ο Καίσαρας της απάντησε: «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια». Ο Πόπλιος δικάστηκε αλλά αθωώθηκε, καθώς δεν υπήρχαν σε βάρος του στοιχεία. Μάλιστα, όταν ο Καίσαρας ρωτήθηκε από το δικαστήριο γιατί χώρισε αφού δεν βρέθηκαν αποδείξεις, είπε «Ότι την εμήν ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι», δηλαδή, αξιώνω από τη γυναίκα μου να είναι υπεράνω υποψίας. Υπάρχει και μια εκδοχή της ιστορίας σύμφωνα με την οποία ο Καίσαρας δεν είχε καμία ανάμειξη με την είσοδο του νεαρού στο ανάκτορο και πως όντως θα έπεφτε θύμα μοιχείας αν δεν τον ανακάλυπτε η μητέρα του, ωστόσο επικρατέστερη είναι η πρώτη εκδοχή....


"΄Ολοι οι δρόμοι οδηγούν στη ΡώμηΠολλοί από τους δρόμους που κατασκεύαζαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι διατηρούνται σε θαυμάσια κατάσταση μέχρι σήμερα. Οι δρόμοι αυτοί κατασκευάζονταν με αφετηρία πάντοτε τη Ρώμη, προς όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας. Ένας από τους σπουδαίους μηχανικούς εκείνης της εποχής ήταν ο Πόμπλιος Γάλλιας, ο οποίος δημιούργησε δική του σχολή με τρεις χιλιάδες μαθητές, από τους οποίους ξεχώριζε μονάχα τρεις. Τον Σκιπίωνα, τον Μάρκελλο και τον Αθηναίο Ιριδινό. Σε αυτούς έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και τους μετέδωσε τις γνώσεις και τα μυστικά από την εμπειρία του. 

Ήταν η εποχή που μόλις είχε αρχίσει να φτιάχνεται η ρωμαϊκή αυτοκρατορία και ο Πόμπλιος Γάλλιας με τους μαθητές του, ανέλαβε να επιμηκύνει όλους τους δρόμους που άρχιζαν από τη Ρώμη προς τις άλλες χώρες. Τριακόσιες χιλιάδες σκλάβοι δούλευαν κάτω από τις διαταγές του και όταν πέθανε από ελώδη πυρετό, το έργο του συνέχισαν οι τρεις μαθητές του. Από τους δρόμους εκείνους ξεκινούσαν οι ρωμαϊκές λεγεώνες για να κατακτήσουν την Ευρώπη. Τεχνικά, οι συγκεκριμένες οδοί αποτελούν στέρες κατασκευές και δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλα τους τμήματα επιδεικνύουν τεράστια αντοχή και σώζονται μέχρι σήμερα. Από εκείνη την εποχή έμεινε η φράση: «Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη», η οποία χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να σημειώσουμε ότι όλες οι προσπάθειες μας και τα μέσα οδηγούν στον ίδιο σκοπό....



Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Η αψίδα του Τίτου

Η αψίδα του Τίτου (1ος αι. μ.Χ.). Βρίσκεται στη Ρωμαϊκή αγορά της Ρώμης.

Arch Titus, Forum Romanum, Rome, Italy.jpg


Λάφυρα από την λεηλασία της Ιερουσαλήμ

Arc Titus Forum romanum Rome Italy.jpg

Ο Τίτος Θριαμβευτής



ΦΛΑΒΙΟΣ ΙΩΣΗΠΟΣ 

Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου 6, 271-288, 300-309 
Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ (μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής)

Nicholas Poussin Conquest of Jerusalem by Titus.jpg
Η κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο
[271] Ο Ναός λαμπάδιαζε και οι στρατιώτες άρπαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, και οι σκοτωμένοι δεν είχαν μετρημό. Ούτε για ηλικία υπήρχε έλεος ούτε ντροπή για ό,τι ήταν σεβαστό. Αλλά και παιδιά και γέροντες, και λαϊκοί και ιερείς όμοια περνούσαν από το μαχαίρι· όλες τις τάξεις τις είχε περιλάβει ο πόλεμος και χτυπούσε μαζί αυτούς που ικέτευαν και αυτούς που αντιστέκονταν. [272] Αντηχούσε η φλόγα και απλωνόταν μακριά ανάμιχτη με τους στεναγμούς αυτών που έπεφταν, ενώ το ύψος του λόφου και η έκταση της φωτιάς έδιναν την εντύπωση ότι καιγόταν όλη η πόλη, κι από το βουητό εκείνο δεν θα μπορούσε κανένας να φανταστεί πιο μεγάλο ή πιο φοβερό. [273] Από τη μια ο αλαλαγμός των ρωμαϊκών λεγεώνων που ορμούσαν κατά μάζες μαζί με την κραυγή των στασιαστών περικυκλωμένων από φωτιά και ξίφη, κι από την άλλη η φυγή του λαού που είχε απομείνει ψηλά και έτρεχε πανικόβλητος στους εχθρούς και οι θρήνοι για τη συμφορά. [274] Και ήταν σε συμφωνία με τις κραυγές όσων ήταν πάνω στο λόφο οι κραυγές του πλήθους μέσα στην πόλη. Τότε όμως πολλοί που ήταν εξαντλημένοι από την πείνα και βουβοί, μόλις είδαν τη φωτιά του Ναού, ξαναβρήκαν τη δύναμή τους για θρήνους και κραυγές. Αντηχούσαν μαζί η Περαία και τα γύρω βουνά κάνοντας τη βουή τρομακτικότερη.



[275] Αλλά φοβερότερα από το βουητό ήταν τα παθήματά τους. Θα νόμιζε κανένας ότι ο ιερός λόφος έβραζε από τους πρόποδες κυκλωμένος ολόγυρα από τη φωτιά, κι ότι το αίμα ήταν πιο άφθονο από τη φωτιά και περισσότεροι οι σκοτωμένοι από αυτούς που τους σκότωναν. [276] Πού να φανεί η γη από τους νεκρούς. Αλλά οι στρατιώτες, πατώντας πάνω στους σωρούς των πτωμάτων, κυνηγούσαν όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν. [277] Το πλήθος λοιπόν των ληστών απωθώντας τους Ρωμαίους ξεγλιστρούσε με δυσκολία στο έξω ιερό κι από κει στην πόλη, ενώ όσοι απόμειναν από το λαό κατέφυγαν στην έξω στοά. [278] Κάποιοι από τους ιερείς στην αρχή ξήλωναν από το Ναό τους οβελούς και τις μολύβδινες βάσεις τους και τους σφενδόνιζαν κατά των Ρωμαίων. [279] Έπειτα όμως, αφού τίποτα δεν πετύχαιναν ενώ η φωτιά ανέβαινε προς το μέρος τους, τραβήχτηκαν στον τοίχο που είχε πλάτος οχτώ πήχεις και εκεί περίμεναν. [280] Δύο όμως από τους επίσημους, παρόλο που μπορούσαν να σωθούν πηγαίνοντας στους Ρωμαίους ή να περιμένουν να συμμεριστούν την τύχη των άλλων, ρίχτηκαν στη φωτιά και έγιναν παρανάλωμα μαζί με το Ναό· ήταν ο Μηϊρός του Βελγά και ο Ιώσηπος του Δαλαίου.

[281] Οι Ρωμαίοι, θεωρώντας ανώφελη την προσπάθεια να προφυλάξουν τα γύρω κτίρια ενώ ο Ναός καιγόταν, έβαλαν φωτιά σε όλα, και στ᾽ απομεινάρια των στοών και στις πύλες, εκτός από δύο, τη μία στ᾽ ανατολικά και την άλλη νότια. Αργότερα τις γκρέμισαν κι αυτές απ᾽ τα θεμέλια. [282] Μαζί έκαιγαν και τα θησαυροφυλάκια όπου υπήρχε άπειρο χρήμα, άπειρος ρουχισμός και άλλα κειμήλια, μ᾽ ένα λόγο ήταν σωρευμένος όλος ο πλούτος των Ιουδαίων εκεί είχαν μεταφέρει οι εύποροι τον πλούτο τους.

[283] Πήγαν και στην άλλη στοά του εξωτερικού ιερού. Σ᾽ αυτήν είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα του λαού και όχλος ανάκατος, γύρω στους έξι χιλιάδες. [284] Πριν λοιπόν πάρει ο Καίσαρας την απόφασή του γι᾽ αυτούς ή διατάξει τους επικεφαλής, οι στρατιώτες, σπρωγμένοι από τη μανία τους, βάζουν φωτιά στη στοά. Κι έγινε τούτο. Κάηκαν κι όσοι πηδούσαν από τη στοά αλλά κι όσοι παρέμειναν σ᾽ αυτήν. Από τόσο πλήθος δεν σώθηκε κανένας. [285] Αίτιος του χαμού τους στάθηκε κάποιος ψευδοπροφήτης που προφήτεψε εκείνη την ημέρα σε όσους ήταν μέσα στην πόλη ότι ο θεός προστάζει ν᾽ ανεβούν στο ιερό για να λάβουν τα σημεία της σωτηρίας.

[286] Υπήρχαν πολλοί προφήτες τότε μέσα στο λαό, εγκάθετοι των τυράννων, που κήρυτταν να περιμένουν τη βοήθεια του θεού. Έτσι θα αυτομολούσαν λιγότερο, και ξεπερνώντας κάθε φόβο και προφύλαξη θα τους παραπλανούσε η ελπίδα. [287] Ο άνθρωπος στις συμφορές πείθεται εύκολα, κι όταν αυτός που τον ξεγελά περιγράφει και την απαλλαγή από τα δεινά που τον ταλαιπωρούν, τότε ο βασανισμένος παραδίνεται ολόκληρος στην ελπίδα.

[288] Τον δυστυχισμένο λαό λοιπόν παραπλανούσαν τότε οι απατεώνες και ψευδοκήρυκες του Θεού, και μήτε πρόσεχε μήτε πίστευε στα ολοφάνερα σημεία που προμηνούσαν τη μελλοντική ερήμωση. Αλλά σαν να είχαν κεραυνοβοληθεί και να μην είχαν μήτε μάτια μήτε ψυχή, άκουσαν λανθασμένα τις παραγγελίες του Θεού.

..............................................................................

[300] Και το πιο φοβερό απ᾽ αυτά· τέσσερα χρόνια πριν από τον πόλεμο, και ενώ η πόλη περνούσε μέρες αδιατάραχτης ειρήνης και ευημερίας, κάποιος Ιησούς γιος του Ανανία, ένας απλός χωρικός, ήρθε στην εορτή που είχαν τη συνήθεια να στήνουν σκηνές για το Θεό. Αφού λοιπόν στάθηκε προς το ιερό, ξαφνικά άρχισε να φωνάζει: [301] «Φωνή από την ανατολή, φωνή από τη δύση, φωνή από τους τέσσερις ανέμους, φωνή κατά της Ιερουσαλήμ και του Ναού, φωνή κατά των αντρών και των γυναικών, φωνή κατά του λαού όλου». Γύριζε σ᾽ όλα τα στενά μέρα και νύχτα και φώναζε τα ίδια λόγια. [302] Κάποιοι από τους επίσημους πολίτες που αγανάκτησαν με τους δυσοίωνους λόγους, συνέλαβαν τον άνθρωπο και τον καταπλήγωσαν με τα χτυπήματά τους. Αυτός όμως, ούτε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έλεγε τίποτα ούτε έδινε εξηγήσεις, ιδιαιτέρως σ᾽ αυτούς που τον χτυπούσαν, αλλά φώναζε συνέχεια τις ίδιες λέξεις που έλεγε πρώτα.

Η κάτω πόλη της Ιερουσαλήμ και το οχυρό Αντωνία 1ος αι. (Μακέτα)
[303] Νομίζοντας οι άρχοντες -που ήταν και η αλήθεια- ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου είχε κάτι δαιμονικό, τον οδήγησαν στον ρωμαίο έπαρχο. [304] Εδώ, αν και το μαστίγιο τον έσκιζε ως τα κόκαλα, ούτε ικέτεψε ούτε δάκρυσε καν. Αλλά κάνοντας όσο το δυνατό θρηνητικότερη τη φωνή του, απαντούσε σε κάθε χτύπημα «Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ». [305] Στις ερωτήσεις του Αλβίνου -αυτός ήταν ο έπαρχος- ποιος ήταν και από πού ήρθε και γιατί έλεγε αυτά τα πράγματα, δεν απαντούσε το παραμικρό, δεν έπαυε όμως να θρηνολογεί για την πόλη, ώσπου ο Αλβίνος τον έβγαλε τρελό και τον απέλυσε. [306] Κι αυτός ως την έκρηξη του πολέμου ούτε πλησίασε κανέναν πολίτη ούτε τον είδαν να μιλάει σε κανέναν, αλλά σαν να είχε αποστηθίσει κάποια προσευχή θρηνούσε όλη τη μέρα «Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ». [307] Ούτε κανέναν από αυτούς που του έδιναν τροφή ευλογούσε· η ίδια λυπητερή φράση ήταν απάντηση σε όλους. [308] Στις εορτές φώναζε περισσότερο. Θρηνολογώντας έτσι εφτά χρόνια και πέντε μήνες, ούτε τη φωνή του άλλαζε ούτε κουραζόταν, ώσπου κατά την πολιορκία, βλέποντας έργο την προφητεία του, ξεκουράστηκε. [309] Τριγυρίζοντας στο τείχος φώναζε διαπεραστικά: «Αλίμονο πάλι στην πόλη και το λαό και το Ναό». Κι όταν στο τέλος πρόσθεσε «αλίμονό μου κι εμένα», μια πέτρα φεύγοντας από ένα μηχάνημα, τον πέτυχε και τον σκότωσε. Αμέσως του έφυγε η ψυχή ενώ έλεγε αυτή την προφητεία.

[310] Όταν αναλογιστεί κανένας αυτά τα πράγματα θα βρει ότι ο Θεός φροντίζει για τους ανθρώπους και προλέγει με κάθε τρόπο πώς θα σωθεί ο λαός του. Οι άνθρωποι όμως από ανοησία και λανθασμένες δικές τους επιλογές χάνονται. [311] Έτσι οι Ιουδαίοι μετά την εκθεμελίωση της Αντωνίας(1) έκαναν το ιερό τετράγωνο, παρόλο που έχουν γραμμένο στα βιβλία τους ότι η πόλη κι ο Ναός θα κυριευθούν, όταν το ιερό γίνει τετράγωνο.

(1) Αντωνία:οχυρό



Πηγή: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα



Josephusbust.jpgΟ Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά (37 - 100) ήταν Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος, ο οποίος γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ -τότε μέρος της ρωμαϊκής Ιουδαίας- από πατέρα ιερατικής καταγωγής και μητέρα που ισχυριζόταν ότι είχε βασιλική καταγωγή. Ο Ιώσηπος Φλάβιος ήταν ο πρώτος που έγραψε την ιστορία των Ιουδαίων, στο βιβλίο του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία.( Πηγή:Wikipedia)



Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Ν.Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε




Ν.Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε

Μουσική:Σταύρος Ξαρχάκος

Γεια σου χαρά σου Βενετιά 
πήρα τους δρόμους του νοτιά
κι απ' το κατάρτι το ψηλό 
τον άνεμο παρακαλώ. Φύσα αεράκι φύσα με
 μη χαμηλώνεις ίσαμε 
να δω γαλάζια εκκλησιά 
Τσιρίγο και Μονεμβασιά. Γεια σου χαρά σου Βενετιά 
βγήκα σε θάλασσα πλατιά 
και τραγουδώ στην κουπαστή
 σ' όλο τον κόσμο ν' ακουστεί.

Φύσα αεράκι φύσα με 
μη χαμηλώνεις ίσαμε
 να δω στην Κρήτη μια κορφή 
που 'χω μανούλα κι αδελφή.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Κ.Γ.Καρυωτάκη, "Αθήνα"





Στίχοι:Κώστας Καρυωτάκης (1921)

Μουσική: Χάρης Παπαδόπουλος
Τραγούδι: Θεόδωρος Ρήγας



Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη       1
η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.


Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει      5
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.


Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.        9
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.


Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας      12
πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας...


****

Nίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Αθήνα (1946)


Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ' ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογι
άς.


Ν.-Α. Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος, Νεφέλη



****




Νίκου Γκάτσου, «Αθήνα»


Μ' άσπρα πουλιά και σύννεφα
τον ουρανό θα ντύσω
και τ' όνομά σου αθάνατο
στην πέτρα θα κεντήσω

Στο περιβόλι τ' ουρανού
θα μπω για να διαλέξω
κι απ' τη μυρτιά κι αμάραντο
στεφάνι να σου πλέξω

Αθήνα,
Αθήνα,
χαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.
Κάποια βραδιά στην αμμουδιά
κοχύλι σου θα γίνω.
Xαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.

[πηγή: Από τον δίσκο Η Αθήνα του '60 τραγουδά, Universal, 1965. Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Μάνος Χατζηδάκις]


****

Γ.Θ. Βαφόπουλου, «Αθήνα»

Ω Αθήνα, πόλις από φως, στέμμα λαμπρό της Αττικής,
που ένα πανάρχαιο παρελθόν στα στέρνα σου βαραίνει,
αν σαν εταίρα αδιάντροπη σε διαγουμίζει ο Χασεκής
της «προόδου» κι ο «πολιτισμός» το αρχαίο σου κλέος μαραίνει,

εγώ, μιας χώρας σκυθικής βάρβαρο τέκνο, μια φορά
ξεκίνησα προσκυνητής των ένδοξών σου χρόνων,
μα αδιάφορος επέρασα, τυφλός, τη σύγχρονη αγορά,
ανάμεσ' από αλαλαγμούς ανάξιων απογόνων.


[πηγή: Γ.Θ. Βαφόπουλος, Τα ποιήματα, Κέδρος, Αθήνα 1996, σ. 29]

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Κώστας Κρυστάλλης 1868 – 1894



Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου. Ήταν γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα. Μαθητής ακόμα της Ζωσιμαίας Σχολής στα Ιωάννινα εξέδωσε το φλογερό πατριωτικό ποίημα «Αι σκιαί του Άδου» (1887), στο οποίο 
Αποτέλεσμα εικόνας για Κ. Κρυστάλλης η μηχανή του χρόνουεξυμνούσε με πάθος τους εθνικούς αγώνες και τους ήρωες του 1821. Η Ήπειρος, όμως, ήταν τότε σκλαβωμένη και οι Τούρκοι καταζητούσαν το νεαρό ποιητή. Για ν’ αποφύγει τη σύλληψη αναγκάστηκε να φύγει στην Αθήνα, όπου δούλεψε σκληρά.


Εργάστηκε ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο, συντάκτης του περιοδικού «Εβδομάς», λημματογράφος στην εγκυκλοπαίδεια «Μπαρτ και Μπεκ» και τέλος ως υπάλληλος στα εκδοτήρια των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τα εισοδήματά του από αυτές τις δουλειές ήταν πενιχρά και μη έχοντας επαρκείς πόρους ζούσε σε ανήλιαγα υπόγεια, που του έφθειραν την υγεία. Προσβλήθηκε από φυματίωση, αρρώστια αγιάτρευτη στην εποχή του. Η μόνη του χαρά ήταν η μελέτη και η ποίηση και που και που καμιά εκδρομή στην Πεντέλη, στην Πάρνηθα ή στον Υμηττό, που του θύμιζαν την «Πίνδο του», τη βουνίσια ζωή, που είχε γίνει o μυστικός καημός του.

Απ’ αυτή την ασίγαστη λαχτάρα, γεννήθηκε η ειδυλλιακή ποίησή του. Ο Κρυστάλλης έγραψε κι άλλα έργα, όπως τα πεζογραφήματα για τους «Βλάχους της Πίνδου» και το πατριωτικό του «Ο Καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγιού», μα εκείνα που κάνουν ξεχωριστό ποιητή τον Κρυστάλλη και προσθέτουν ένα νέο τόνο στη νεοελληνική ποίηση είναι τα «Αγροτικά» (1891) και ο «Τραγουδιστής του Χωριού και της Στάνης» (1892), που τιμήθηκε με έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σ’ αυτά τα ποιήματα, που έχουν βουκολικό χρώμα και είναι γεμάτα δροσιά και χάρη, ο ηπειρώτης ποιητής ξεκινά από τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, και τα πλουτίζει με την προσωπική του τέχνη και «την άφθαστη ομορφιά της ελληνικής φύσης και των βουνών μας την περηφάνεια». Στα τέλη του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές από λαχείο κι έτσι μπόρεσε στις αρχές του επομένου έτους να δημοσιεύσει τα «Πεζογραφήματά» του.

Λίγο αργότερα, όμως, η αρρώστια του θα επιδεινωθεί ραγδαία και ο ξενιτεμένος ποιητής δεν αντέχει πια. Γυρίζει στην Ήπειρο και στις 22 Απριλίου1894 πεθαίνει στο σπίτι της αδελφής του στην Άρτα, σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Ο κάμπος τον είχε φάει, όπως προφήτεψε θλιβερά στο «Σταυραητό» του.


Παρακαλώ σε Σταυραητέ, για χαμηλώσου λίγο
και δος μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου·
Πάρε με πάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.


Στην Πεντέλη υπάρχει από χρόνια η προτομή του. Την έχουν στήσει οι φυσιολάτρες, που τον αισθάνονται ιδιαίτερα σαν δικό τους ποιητή. Να, τι γράφει γι’ αυτό το βουνό ο Κρυστάλλης:


Νάξερες, όμορφο βουνό, τί μου θυμίζει εμένα
ένα κεδρί, ένας πεύκος σου, μια ρεματιά, μια βρύση.
Νάξερες όμορφο βουνό, τί πόθους μου ξανάφτει
κι ένας ανθός σου ταπεινός με τη μοσχοβολιά του,
Γι’ αυτό, βουνό μου, σ’ αγαπώ περίσ’ απ’ όλα τ ’άλλα.


Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη εντάσσονται στο ρομαντισμό της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και είναι γραμμένες σε καθαρεύουσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα «Αγροτικά» πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι. Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους.





Τὸ τραγούδι τοῦ τρυγητοῦ

Αποτέλεσμα εικόνας για τρυγητός


Τὸ λέει ὁ πετροκότσυφας στὸ δροσερὸ τ᾿ αὐλάκι,
τὸ λὲν στὰ πλάια οἱ πέρδικες, στὴν ποταμιὰ τ᾿ ἀηδόνια,
τὸ λὲν στ᾿ ἀμπέλια οἱ λυγερές, τὸ λὲν μὲ χίλια γέλια,
τὸ λέει κ᾿ ἡ Γκόλφω ἡ ὄμορφη, τὸ λέει μὲ τὸ τραγούδι:
- Ἀμπέλι μου, πλατύφυλλο καὶ καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, νὰ μπῶ νὰ σὲ τρυγήσω,
νὰ κάμω ἀθάνατο κρασί, μοσκοβολιὰ γιομάτο.
Μὲς στὰ κατώγια τὰ βαθιὰ σὰν μόσχο νὰ τὸ κρύψω,
νὰ τὸ φυλάξω ὀλάκαιρες χρονιές, ἀκέριους μῆνες,
ὥσπου νὰ ῾ρθεῖ μίαν ἄνοιξη, νἄρθει ἕνα καλοκαίρι,
νὰ γύρει ἀπὸ τὴ μακρινὴ τὴν ξενιτιὰ ὁ καλός μου.
Νὰ κατεβῶ μὲς στὴν αὐλή, νὰ πιάκω τ᾿ ἄλογό του,
νὰ τὸν φιλήσω ἀγκαλιαστὰ στὰ μάτια καὶ στὸ στόμα,
νὰ τὸν κεράσω, ἀμπέλι μου, τ᾿ ἀθάνατο κρασί σου,
τῆς ξενιτιᾶς τὰ βάσανα νὰ πᾶν, νὰ τὰ ξεχάσει.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Γεώργιος Δροσίνης καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου και γεννήθηκε στην Αθήνα. Τις εγκύκλιες σπουδές του παρακολούθησε στη Βαρβάκειο Σχολή και το Λύκειο Σουρμελή. Σπούδασε Νομική και, με σύσταση του Νικολάου Πολίτη, Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία Καλών Τεχνών και ξένης φιλολογίας στη Γερμανία (Λειψία, Δρέσδη, Βερολίνο 1885-1888).

 Επέστρεψε στην Αθήνα και από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού της Εστίας, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο διηύθυνε επίσης τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη (που ίδρυσε επίσης). 
Το 1899 μαζί με
Γεώργιος Δροσίνης, Δημήτριος Βικέλας
τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, όπου εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. 


Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε επίσης στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών και της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής, του Α΄ Εκπαιδευτικού Συνεδρίου του 1907 και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας (1908). 

Από το 1914 και ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης του υπουργείου Παιδείας με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, ενώ υπήρξε επίσης μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το έτος ίδρυσής της (1926). Από το 1922 διηύθυνε το Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στο περιοδικό Ραμπαγάς. Στην πρώτη φάση της λογοτεχνικής παραγωγής του ανήκουν οι συλλογές Ιστοί αράχνης (1880) και Σταλακτίται (1881), με τις οποίες εντάχτηκε στους νεωτεριστές ποιητές που απομακρύνθηκαν από το πομπώδες ύφος των αθηναίων ρομαντικών της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Με τις συλλογές Ειδύλλια (1884) και Γαλήνη (1902) προσχώρησε στη γενιά του 1880, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα ως το 1930 με τη συλλογή Βραδιάζει, καθώς επίσης διηγήματα και μυθιστορήματα. Πέθανε στην Κηφισιά το 1951.

 Ο Γεώργιος Δροσίνης εντάσσεται στους ποιητές της νέας Αθηναϊκής Σχολής, κυρίως λόγω της δημοτικής γλώσσας και της απλότητας της έκφρασης της ποίησής του, καθώς και των επιρροών που δέχτηκε από τους παρνασσιστές γάλλους ποιητές και την παρνασσική ποίηση του Παλαμά

Στην πεζογραφία του επηρεασμένος από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, το Νικόλαο Πολίτη και τον ΄Άγγελο Βλάχο, αλλά και από τις σπουδές του στη Γερμανία (...), επέλεξε συχνά θέματα από τη ζωή στην ελληνική επαρχία προτάσσοντας μια ειδυλλιακή αντιμετώπισή της. Τοποθετείται έτσι στην πρώτη φάση της ηθογραφικής πεζογραφίας στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.