Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Η Αθήνα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους

Σύμφωνα με το διάταγμα της αντιβασιλείας στις 18/30 Σεπτεμβρίου 1834 οριζόταν ότι "η καθέδρα ημών μετατίθεται κατά την α΄ Δεκεμβρίου τ.έ. εκ Ναυπλίου εις Αθήνας (...) η πόλις Αθήναι θέλει επονομάζεσθαι απ' εκείνης της ημέρας Βασιλική Καθέδρα και Πρωτεύουσα". Η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη περίπου 10.000 κατοίκων. Τα περισσότερα σπίτια ήταν κατεστραμμένα από τον πολυετή πόλεμο, οι δρόμοι ήταν στενοί και βρώμικοι και το σημαντικότερο δε διέθετε κοντινό λιμάνι όπως θα άρμοζε σε μια πρωτεύουσα -ο Πειραιάς την εποχή εκείνη ήταν σχεδόν ακατοίκητος. Επιπρόσθετα, ήταν ευάλωτη στρατιωτικά και μάλιστα αρκετά κοντά στα βόρεια σύνορα του κράτους. Δεν ήταν επομένως πρακτικοί οι λόγοι που επέβαλαν την επιλογή της. Άλλωστε, πολιτικοί και στρατιωτικοί υπερθεμάτιζαν υπέρ της επιλογής άλλων λύσεων και εισηγούνταν, εκκινώντας συχνά από τοπικιστικά ελατήρια, υπέρ πόλεων όπως
το Άργος, η Σύρος, η Τρίπολη, η Κόρινθος, τα Μέγαρα, ακόμη κι ο Πειραιάς που έπρεπε να οικοδομηθεί εξαρχής. Τέλος, όποια από τις πόλεις που περιήλθαν στην επικράτεια του ελληνικού βασιλείου κι αν επιλεγόταν ως πρωτεύουσα, στη συνείδηση του κόσμου η επιλογή αυτή δεν μπορούσε παρά να έχει προσωρινό χαρακτήρα. Για τους ελληνικούς πληθυσμούς τόσο εντός όσο και εκτός του ελληνικού κράτους αληθινή πρωτεύουσα δεν ήταν άλλη από την Πόλη, την Κωνσταντινούπολη, που ήλπιζαν ότι σύντομα θα περιερχόταν σε ελληνική κυριαρχία αποτελώντας τη Βασιλεύουσα μιας μεγάλης Ελληνικής Αυτοκρατορίας.


H επιλογή της Αθήνας ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της επιμονής του Λουδοβίκου Α' της
Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα και ένθερμου λάτρη της κλασικής Αρχαιότητας. Έτσι, το αρχαίο κλέος της πόλης και η γοητευτική ιδέα της αναγέννησής της υπερίσχυσαν και η Αθήνα κατέστη σύντομα το διοικητικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του ελληνικού βασιλείου. Σε λίγα μόλις χρόνια η όψη της πόλης είχε αλλάξει. O πληθυσμός πολλαπλασιάστηκε από ανθρώπους που έσπευσαν να μετοικήσουν στην πρωτεύουσα, ενώ πλατιοί δρόμοι, μεγαλοπρεπή δημόσια κτήρια και μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες οικοδομήθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πολύ σύντομα οικοδομήθηκε και ο Πειραιάς,
προορισμένος να αποτελέσει το επίνειο της πρωτεύουσας. Πρόβλημα δημιουργήθηκε με το σχέδιο οικοδόμησης της Αθήνας. Αρχικά ο σχεδιασμός ανατέθηκε στους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδο Σάουμπερτ, στη συνέχεια στο Λουδοβίκο Κλέντσε και τέλος, στα 1836, στο Φρειδερίκο Γκαίρτνερ. Οι συνεχείς αυτές τροποποιήσεις παγίωσαν ένα καθεστώς ακανόνιστης και συχνά αυθαίρετης ανοικοδόμησης κυρίως στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη. Άλλωστε, το ίδιο το μνημείο (όπως και αρκετές βυζαντινές εκκλησίες) σώθηκε χάρις στην παρέμβαση του Λουδοβίκου Α', ο οποίος απέτρεψε την ανέγερση των ανακτόρων επάνω στον Ιερό Βράχο.


Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

To πνεύμα του Διαφωτισμού



G.Lemmonier, Στο σαλόνι της Μadame Geoffrin το 1755,  Château de Malmaison, Rueil 























 Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Τσβεντάν Τοντόροφ στο περιοδικό "Le Magazine Littéraire".



Πώς θα χαρακτηρίζατε την περίοδο του Διαφωτισμού από ιστορική άποψη;

"Το κεντρικό  σημείο της σκέψης του Διαφωτισμού είναι η κριτική των εξωτερικών κηδεμονιών και η επιβεβαίωση της αυτονομίας. Ο Διαφωτισμός είναι πρώτα απ' όλα ένα κίνημα χειραφέτησης που υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο υποκείμενο πρέπει να πάρει στα χέρια του την τύχη του, ατομική ή πολιτική. Δεν είναι πλέον η παράδοση, αλλά είναι οι άνθρωποι αυτοί που πρέπει να θέτουν το νόμο και να τον αποδέχονται. Ο λαός είναι κυρίαρχος. Αυτό είναι το νόημα της  "γενικής βούλησης", αυτής της έννοιας που ο Ρουσώ εισάγει στο "Κοινωνικό Συμβόλαιο".


J.-J. Rousseau
Αυτή η απόρριψη της κηδεμονίας συνεπάγεται ταυτόχρονα το ξεμάγεμα του κόσμου. Το σύμπαν ολόκληρο υπακούει στους  νόμους της φύσης, το υπερφυσικό δεν έχει πλέον άλλη θέση παρά μόνον η πίστη, η οποία γίνεται ιδιωτική υπόθεση.  Ο Γαλιλαίος και ο Νεύτων απέδειξαν την ομοιογένεια του φυσικού κόσμου. Από τη στιγμή που ζει κανείς σε ένα εντελώς φυσικό κόσμο, ο οποίος δεν υποτάσσεται πλέον σε μαγικές δυνάμεις, μπορούν να γεννηθούν οι επιστήμες. Όχι μόνο οι επιστήμες της φύσης, αλλά και η ανθρωπολογία και η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η ιστορία.  Όλα γίνονται αντικείμενα γνώσης, δεν υπάρχει πλέον ταμπού που να μας απαγορεύει να γνωρίσουμε τα πράγματα. Οι άνθρωποι ανοίγονται ταυτόχρονα στη διαφορετικότητα του σύμπαντος: άνοιγμα γεωγραφικό - με μια αυξανόμενη περιέργεια για τα ήθη των άλλων - και άνοιγμα ιστορικό.  Όλες αυτές οι θεμελιώδεις αρχές της νεωτερικότητάς μας επινοήθηκαν και εμφανίστηκαν στην εποχή του Διαφωτισμού".

Αυτή δεν είναι μια ειδυλλιακή θεώρηση; Από τις απαρχές του ο Διαφωτισμός  έγινε στόχος κριτικών.

J.Huber, Το δείπνο των φιλοσόφων
"Ορισμένες από αυτές τις κριτικές είναι θεμιτές, ενώ άλλες βασίζονται σε παρερμηνείες. Μία από τις πρώτες κατηγορίες που διατυπώνονται για το σχέδιο του Διαφωτισμού αναφέρεται στον κίνδυνο της απεριόριστης βούλησης. Σε τι υποτάσσεται η ανθρώπινη ύπαρξη αφού δεν υπακούει πλέον σε νόμους που έρχονται από αλλού; Χωρίς τον φραγμό των απαγορεύσεων, θα πουν στον 20ο αιώνα, ο άνθρωπος καταλήγει να φτιάχνει γκουλάγκ ή να εξοντώνει τις κατώτερες φυλές. Στη σκέψη του Διαφωτισμού η ανθρώπινη βούληση συναντάει ένα διπλό φρένο. Πρώτα απ'όλα ο ουμανισμός. Η  ανθρώπινη δράση  έχει ως σκοπό την ευημερία της ανθρωπότητας. Η επιδίωξη της ευτυχίας αντικαθιστά την αναζήτηση της σωτηρίας. Αν μια δράση που αποφασίζεται από ένα αυτόνομο άτομο, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ανθρωπότητας, δεν εξασφαλίζει στο λαό μεγαλύτερη ευτυχία, αυτή η δράση πρέπει να εγκαταλειφθεί. 

Το δεύτερο φρένο είναι η οικουμενικότητα. Όλοι οι μεγάλοι στοχαστές του Διαφωτισμού ήταν
H ανάγνωση των φιλοσόφων, Συλλογή J-J.Monney, Γενεύη
ευαίσθητοι σε αυτήν την απαίτηση. Σύμφωνα με τον Ρουσώ, για να γνωρίσουμε αυτό που είναι ορθό, πρέπει να παρατηρήσουμε αυτό που κινείται προς την κατεύθυνση του γενικού συμφέροντος. Ο Μοντεσκιέ υποστηρίζει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε ιδέα αντίθετη προς τα συμφέροντα της ανθρωπότητας. Ο Κάντ στη συνέχεια  έδωσε σε αυτήν την έννοια  της οικουμενικότητας τη φιλοσοφική της διατύπωση. Αυτές οι ομολογίες πίστης στην οικουμενικότητα σχεδιάζουν ένα πλαίσιο. Δεν  μας επιτρέπεται  να κάνουμε τα πάντα. Η αυτονομία παραμένει ο στόχος, αυτονομία του ατόμου, της γνώσης, του λαού, αλλά είναι επίσης μια αυτονομία χαλιναγωγημένη, ελεγχόμενη από τις ιδέες της οικουμενικότητας και της ανθρωπότητας...".


Υπάρχει και ένας άλλος τρόπος για να αντιτάσσονται στον Διαφωτισμό: η γνώση είναι ελεύθερη, αλλά αυτή δεν τίθεται πλέον στην υπηρεσία  της βελτίωσης της ανθρωπότητας.


"Δεν χρειάζεται πράγματι να διακρίνουμε τις απορρίψεις από τις εκτροπές που ωθούν το πρόγραμμα του Διαφωτισμού στα άκρα, ως το σημείο να το μετατρέπουν στο αντίθετό του. Όταν ο Σαντ, στο έργο του  "Η φιλοσοφία του μπουντουάρ" , εξηγεί  ότι δεν πρέπει να υπακούμε σε εξωτερικές  κηδεμονίες ούτε να υποτασσόμαστε στην παραδοσιακή ηθική, βρίσκεται μέσα στο πνεύμα του Διαφωτισμού. Όταν όμως διεκδικεί το δικαίωμα να προκαλεί τον πόνο του άλλου
Denis Diderot
, επειδή αυτό προξενεί τη δική του απόλαυση, αρνείται την αναζήτηση του κοινού καλού, αυτού του φρένου που αντιτάσσεται στην απεριόριστη βούληση και, ακόμη χειρότερα, φαντάζεται τον άνθρωπο αυτάρκη. Με τον ίδιο τρόπο οι ολοκληρωτισμοί είναι νόθα τέκνα του Διαφωτισμού.(...) 

Σήμερα απειλούμαστε περισσότερο από τις εκτροπές του Διαφωτισμού παρά από την απόρριψή του. Ο Διαφωτισμός θέλησε να αντικαταστήσει το θεϊκό σκοπό των ενεργειών μας  με έναν ανθρώπινο σκοπό που θα δικαιολογεί την ύπαρξή μας. Ωστόσο, όλο και περισσότερο παρασυρόμαστε σε μια κίνηση που οδηγεί στην εγκατάλειψη αυτού του ανθρώπινου σκοπού. Δεν υπάρχουν παρά μόνον μέσα. Λησμονούμε ότι αυτά υπάρχουν για να υπηρετούν ένα σκοπό και επιδιώκουμε αδιάκοπα την ανάπτυξη της παραγωγής, χωρίς να αναρωτιόμαστε πλέον για τον σκοπό αυτού του αχαλίνωτου ακτιβισμού...".



Tσβετάν  Τοντόροφ (Σόφια,1939), γάλλος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος και ιστορικός βουλγαρικής  καταγωγής.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Α.Π.Τσέχωφ, Μια ανιαρή ιστορία



«Ξέρω περί τίνος  θα κάνω διάλεξη, αλλά δεν ξέρω πώς θα την κάνω, από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω. Δεν έχω στο μυαλό μου καμιά έτοιμη φράση, μου φθάνει όμως να ρίξω μια ματιά στο ακροατήριο – η αίθουσα είναι φτιαγμένη αμφιθεατρικά -  και προφέροντας το στερεότυπο «στο προηγούμενο μάθημα μείναμε στο…»  οι φράσεις με τις μακρόσυρτες αράδες πετούν μέσα απ’ την ψυχή μου και ύστερα – ποιος με πιάνει!  Μιλάω γρήγορα, με πάθος, χωρίς σταματημό και θαρρώ πως δεν υπάρχει καμιά δύναμη που θα μπορούσε  να διακόψει τη ροή του λόγου μου. Για να τα λες καλά, δηλαδή όχι βαρετά  και προς όφελος του ακροατηρίου, πρέπει  εκτός απ’ το ταλέντο να έχεις και επιδεξιότητα και εμπειρία, πρέπει να έχεις  την πιο καθαρή αντίληψη τόσο των δυνάμεών σου, όσο και αυτών που λες αλλά και αυτού που συνιστά το θέμα της διάλεξής σου. Επιπλέον, πρέπει να είσαι τετραπέρατος και οξυδερκής, να μη χάνεις ούτε δευτερόλεπτο το οπτικό σου πεδίο από τα μάτια σου.



Ο καλός μαέστρος, μεταφέροντας τη σκέψη του συνθέτη κάνει ταυτόχρονα  είκοσι δουλειές: διαβάζει την παρτιτούρα, κινεί την μπαγκέτα, παρακολουθεί τον τραγουδιστή, κάνει κίνηση προς τα πλάγια, μια στο τύμπανο μια στο κόρνο και ούτω καθεξής. Το ίδιο  κι εγώ όταν παραδίδω το μάθημα. Μπροστά μου έχω εκατόν πενήντα διαφορετικά άτομα και τριακόσια μάτια να με κοιτάζουν κατά πρόσωπο. Ο δικός μου σκοπός είναι να υπερνικήσω αυτή την πολυκέφαλη Ύδρα. Αν στο κάθε λεπτό της διδασκαλίας μου έχω σαφή αντίληψη το αν και κατά πόσο με προσέχει και με καταλαβαίνει τότε την έχω στο χέρι. Ο έτερος αντίπαλός μου βρίσκεται σε μένα τον  ίδιο. Είναι  η ατέλειωτη ποικιλία από μορφές, φαινόμενα και κανόνες, που επηρεάζουν πολλές σκέψεις, δικές μου ή ξένες. Κάθε λεπτό
που περνάει πρέπει να έχω την ικανότητα ν’ αρπάξω από αυτό το τεράστιο υλικό ό, τι είναι πιο σημαντικό  και αναγκαίο και τόσο γρήγορα, καθώς ρέει ο λόγος μου, ώστε να εκφράζω τη σκέψη μου σε τέτοια μορφή, που είναι προσιτή στην αντίληψη της Ύδρας και να προκαλεί την προσοχή της, συνάμα δε, πρέπει  να φροντίζω επιμελώς, ώστε οι σκέψεις να μεταδίδονται όχι σαν ένα σύμφυρμα, αλλά με μια καθορισμένη τάξη, απαραίτητη για τη σωστή σύνθεση της εικόνας την οποία θέλω ν’ αναπαραστήσω. Πέρα από αυτά προσπαθώ έτσι ώστε ο λόγος μου  να είναι λογοτεχνικού επιπέδου, οι ορισμοί μου σύντομοι και ακριβείς, η διατύπωση όσο γίνεται απλή και ωραία. Κάθε λεπτό πρέπει να συγκρατώ τον εαυτό μου, να μην ξεχνώ ότι έχω στη διάθεσή μου μόνο μία ώρα και σαράντα λεπτά. Με δυο λόγια έχω πολλή δουλειά. Την ίδια ώρα θα πρέπει να είμαι και επιστήμων και παιδαγωγός και ρήτορας. Θα ήταν άσχημο για σας, αν ο ρήτορας νικήσει τον παιδαγωγό και τον επιστήμονα  ή το αντίθετο..



            Διδάσκεις  ένα τέταρτο, μισή ώρα και ξάφνου παρατηρείς, ότι  οι φοιτητές αρχίζουν να ρίχνουν ματιές στο ταβάνι ή στον Πιοτρ Ιγνάτιεβιτς*, ο ένας  βγάζει από την τσέπη του το μαντήλι, ο άλλος  κάθεται στη θέση του πιο βολικά, ένας τρίτος χαμογελάει με κάποια σκέψη που κάνει… Αυτό σημαίνει ότι η προσοχή στο μάθημα είναι σε κάμψη. Ανάγκη να λάβω τα μέτρα μου. Με την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία λέω κάποιο καλαμπούρι. Εκατόν πενήντα πρόσωπα χαμογελούν, τα μάτια λάμπουν χαρούμενα  και ακούγεται για λίγο το βουητό της θάλασσας… Γελάω κι εγώ. Η προσοχή αναζωογονήθηκε και μπορώ να συνεχίσω.




Κανένα άθλημα, καμία διασκέδαση, κανένα παιχνίδι δεν μου έχει δώσει τόση απόλαυση, όσο οι διαλέξεις μου στο μάθημα. Μόνο σ’ αυτές  μπορούσα να δοθώ ολόκληρος με πάθος και τότε καταλάβαινα  ότι η έμπνευση  δεν είναι επινόηση των ποιητών, υπάρχει στην πραγματικότητα. Και νομίζω ότι ακόμα και ο Ηρακλής μετά τον πιο εντυπωσιακό άθλο του δεν θα αισθανόταν τόσο γλυκιά εξάντληση, όπως εγώ μετά τη διάλεξη.»

(Α.Π.Τσέχωφ, Μια ανιαρή ιστορία, εκδ. Ερατώ, Αθήνα, 2009, σε.35-38)

*Πιοτρ Ιγνάτιεβιτς: ειδικός παθολογοανατόμος ο οποίος εκτελούσε την ανατομή των πτωμάτων με σκοπό να καθορίσει την μεταθανάτια διάγνωση.