Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Εξελίξεις σε Ελλάδα και Τουρκία μετά τον μικρασιατικό πόλεμο

Φραντς Κάφκα (1883-1924)


O Φραντς Κάφκα ήταν ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς φαντασίας του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε σε μια γερμανόφωνη εβραϊκή οικογένεια της μεσαίας τάξης στην Πράγα, που τότε αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και πρωτεύουσα της Βοημίας. Μεγάλο κομμάτι του έργου του δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατό του, με τη μοναδική γραφή του να τον κατατάσσει στις πλέον σημαίνουσες προσωπικότητες της δυτικής λογοτεχνίας. Το οικογενειακό όνομα Κάφκα θα πρέπει να επιλέχθηκε από τους μακρινούς προγόνους τους, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αναγκάστηκαν από τη νομοθεσία να εγκαταλείψουν τα εβραϊκά πατρώνυμά τους. Στα τσέχικα, το όνομα Κάφκα (kavka) σημαίνει την κάργια, που αποτέλεσε και το έμβλημα που χρησιμοποιούσε o Χέρμαν Κάφκα (πατέρας του) στις επαγγελματικές του επιστολές. Στα διηγήματά του περιλαμβάνεται η Μεταμόρφωση (1912) και Στη Σωφρονιστική Αποικία (1914), ενώ στα μυθιστορήματά του, η Δίκη (1925), ο Πύργος (1926) και Αμερική (1927). Η γλώσσα που ο Κάφκα επέλεξε να γράψει τα έργα του ήταν τα γερμανικά, λόγω του ενδιαφέροντος που έδειχνε στη γερμανική κουλτούρα. Διέθετε παράλληλα ευχέρεια και στην τσεχική γλώσσα, ενώ γρήγορα έμαθε να μιλάει και να διαβάζει γαλλικά. Ένας από τους αγαπημένους του συγγραφείς, ήταν ο Φλωμπέρ.



Το σπίτι του Κάφκα στην Πράγα, κοντά στη Γέφυρα του Καρόλου
Το σπίτι του Κάφκα στην Πράγα, κοντά στη Γέφυρα του Καρόλου...


Ξεκίνησε σπουδές στη Χημεία στο Πανεπιστήμιο της Πράγας (Charles-Ferdinand), για να αποφασίσει μετά από δύο εβδομάδες
Kinský Palace where Kafka attended gymnasium and his father owned a shop
ότι η Νομική του ταιριάζει περισσότερο. Η αλλαγή της σταδιοδρομίας ικανοποίησε τον πατέρα του, και έδωσε χρόνο Κάφκα να μελετήσει καλύτερα τη γερμανική κουλτούρα και την ιστορίας της τέχνης. Στο τέλος του πρώτου έτους των σπουδών του, γνώρισε τον Μαξ Μπροντ, που έγινε ο πιο στενός φίλος του και παρέμεινε έτσι σε όλη τη ζωή του. Το συγγραφικό έργο του Κάφκα δεν προσέλκυσε μεγάλη προσοχή πριν το θάνατό του. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, δημοσίευσε μόνο μερικές σύντομες ιστορίες και δεν τελείωσε ποτέ οποιοδήποτε από τα μυθιστορήματά του, εκτός από τη «Μεταμόρφωση» (αν θεωρείται ένα σύντομο μυθιστόρημα). Το φθινόπωρο του 1921, μετά την επιστροφή του στην Πράγα από το σανατόριο της Σλοβακίας, ο Κάφκα έγραψε την πρώτη του διαθήκη, ένα σημείωμα με αποδέκτη τον Μαξ Μπροντ, καταγράφοντας την επιθυμία του να καταστρέψει ό,τι υπήρχε «σε ημερολόγια, χειρόγραφα, επιστολές άλλων και δικές μου, σχεδιάσματα και τα λοιπά, να καούν ανελλιπώς και χωρίς να διαβαστούν, καθώς επίσης και όλα όσα έχω γράψει ή σχεδιάσει». Ο Μπροντ αγνόησε το αίτημα του, χρησιμοποιώντας ως βασικό επιχείρημα το ότι όταν ο Κάφκα ζητούσε κάτι τέτοιο, γνώριζε κατά βάθος ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί μία τέτοια απαίτηση. Μετά το θάνατο του Κάφκα, ετοίμασε την έκδοση των μυθιστορημάτων Ο Πύργος, Η Δίκη και Αμερική, έργα που θεωρούνται ουσιαστικά ημιτελή. Ο Φραντς Κάφκα πέθανε στις 3 Ιουνίου του 1924. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Πράγα, όπου ενταφιάστηκε στις 11 Ιουνίου, στο Νέο Εβραϊκό Νεκροταφείο, με παρουσία περίπου εκατό ατόμων. 


Πηγές: www.lifo.gr
Η μηχανή του χρόνου



Ο Φραντς Κάφκα το 1919 αποφασίζει και γράφει μια επιστολή στον πατέρα του την οποία δεν έστειλε ποτέ. Κάποια στιγμή την παρέδωσε την φίλη του Μιλένα και της είπε ότι θα της ζητήσει να την παραδώσει στον πατέρα του. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ και έτσι η Μιλένα μετά τον θάνατο του την παρέδωσε στον φίλο του Κάφκα Μαξ Μπρόντ ο οποίο την έκανε βιβλίο, αγνοώντας όπως είναι γνωστό την επιθυμία του Καφκα να καεί με το υπόλοιπο ανέκδοτο έργο του.



Επιστολή προς τον Πατέρα του (αποσπάσματα)


Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ. Μ’ ενθάρρυνες λ.χ., όποτε χαιρετούσα και παρήλαυνα καλά, αλλά εγώ δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή μ’ ενθάρρυνες, όποτε μπορούσα να τρώγω πολύ ή να πίνω μάλιστα και μπύρα επιπλέον, ή όποτε μπορούσα να τραγουδώ επαναλαμβάνοντας τραγούδια χωρίς να τά ’χω καταλάβει, ή να ψιττακίζω τις δικές σου τις αγαπημένες τις εκφράσεις, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν για το μέλλον το δικό μου. 


Εκείνον τον καιρό κι εκείνον τον καιρό παντού τη χρειαζόμουν την
ενθάρρυνση εγώ. Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο. Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα. Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς. 

Tα γραπτά μου είχαν να κάμνουν μ' εσένα, εγώ θρηνούσα εκεί βέβαια μόνο ό,τι δεν μπορούσα να θρηνήσω στην αγκαλιά σου. Ήταν ένας σκόπιμα παρατεταμένος τρόπος να σε αποχαιρετώ, μόνο που ήταν ασφαλώς εξαναγκασμένος από εσένα, αλλά εξελισσόταν στην κατεύθυνση που όριζα εγώ

 Πηγή: www.lifo.grhttp://www.lifo.gr/team/sansimera/58112

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου


Λιγοστό το έργον της Ζακυνθηνής αυτής κόρης, έμεινε σχεδόν όλο ανέκδοτο·[.. .] Γεννήθηκε στα 1801 και πέθανε στα 1832. Η αυτοβιογραφία της, που την είχε γράψει λίγο πριν πεθάνει, εκτός από την μαρτυρία την οποία παρέχει, αποτελεί σπάνιας ποιότητας λογοτεχνικό κείμενο, ένα από τα πιο αγνά στολίσματα της νέας μας λογοτεχνίας.


Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 286.



Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου
(προσωπογραφία του Νικολάου Καντούνη, 1833)
[πηγή: Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων].
Στα κατάλοιπά της διασώθηκαν 22 θεατρικά έργα, καθώς και άλλα πεζά και ποιητικά κείμενα, γραμμένα σε ελληνική ή ιταλική γλώσσα. Από την αξιοσημείωτη αυτή παραγωγή η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας συγκράτησε μόνο τις αυτοβιογραφικές της σελίδες, που τις τύπωσε ο γιος της στην οψίτυπη και αποσπασματική έκδοση: Η μήτηρ μου. Αυτοβιογραφία της κυρίας Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου μετά διαφόρων αυτού ποιήσεων (1881). […]


Παρ’ ότι η αυτοβιογραφική της αφήγηση υπέστη περικοπές και αλλοιώσεις, συνιστά ένα σημαντικό λογοτεχνικό κείμενο, η σπουδαιότητα του οποίου δεν εξαντλείται στα όρια της γλώσσας και της ποιητικής του, αλλά φτάνει μέχρι τη βαθύτερη προβληματική της σύγκρουσης με τη συντηρητική επτανησιακή κοινωνία των αρχών του 19ου αιώνα. Γραμμένη με διαπεραστική ευθύτητα, χάρη, ζωντάνια αλλά και ρομαντική διάθεση, η Αυτοβιογραφία αποδίδεται με την καθομιλουμένη της επτανησιακής άρχουσας τάξης, με παραφθαρμένες ιταλογενείς λέξεις και με λέξεις αντλημένες από τα εκκλησιαστικά κείμενα. Το κράμα αυτό απηχεί όχι μόνο τις γλωσσικές επιδράσεις που διαμόρφωσαν τη γραφή της Μουτζάν-Μαρτινέγκου, αλλά και το κυρίαρχο ύφος των λογίων της εποχής. Οι συνεχείς αναφορές στη δύναμη της λογικής, στην αξία της ενάρετης αγωγής, της παιδείας και της ατομικής ελευθερίας συγκροτούν μια φιλελεύθερη συνείδηση, μέσα στα συμφραζόμενα του γαλλικού Διαφωτισμού.


Η εξομολογητική πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση τοποθετείται από την κριτική στις απαρχές του ρομαντισμού και της γυναικείας γραφής. Το ενδιαφέρον για το κείμενο ανανεώθηκε κατά τη μεταπολεμική περίοδο, μέσα στο πλαίσιο του γυναικείου κινήματος στην Ελλάδα (1970-1980), καθώς και των γυναικείων σπουδών.


Αλέξης Ζήρας & Στέση Αθήνη, Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, 1481.



Το κείμενο της Μουτζάν αποκτά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την απεικόνιση ορισμένων απόψεων της κοινωνικής οργάνωσης της εποχής που γράφτηκε, επειδή η συγγραφέας του βρίσκεται σε μια θέση προνομιακή, δεδομένου ότι από το ένα μέρος ανήκει στην καθεστηκυία τάξη, αλλά από το άλλο μέρος —λόγω του φύλου της— βρίσκεται στο περιθώριο αυτής της τάξης […]



Με τον τρόπο αυτόν το κείμενό της αποτελώντας μια περιγραφή της κοινωνικής καταπίεσης των γυναικών, που είναι πολύτιμη για την ιστορία αυτού του προβλήματος που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην πολιτισμική και πολιτική ιστορία του ανθρώπου, ανήκει στην ιστορία της ελληνικής φεμινιστικής σκέψης, εκπροσωπώντας μάλιστα μια φιλελεύθερη εκδοχή της. Αυτός ο φιλελεύθερος φεμινισμός προήλθε από εκείνη τη σχολή της πολιτικής σκέψης που ονομάζουμε «φιλελευθερισμό», ο οποίος διατηρεί μιαν αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που τοποθετεί τη μοναδικότητά μας ως προσώπων στη λογική ικανότητά μας.



Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «Εισαγωγή». Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία, εισαγ.-φιλολ. επιμ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Ωκεανίδα, Αθήνα 1997, 49-50.



[…] Την εποχή που ο Σολωμός γράφει στη Ζάκυνθο το Διάλογο και τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν και συντάσσει ο Κάλβος στο fior di Levante τις ανεπανάληπτες Ωδές του, η νεαρή Ελισάβετ γράφει κυρίως θεατρικά έργα.



Κατά δική της μαρτυρία στο χρονικό διάστημα 1820-25 έχει γράψει 22 τραγωδίες, κωμωδίες και δράματα στα ιταλικά και ελληνικά· και μόνο ο αριθμός βάζει τη Μουτζάν-Μαρτινέγκου πάνω από τον πολυγραφότερο δραματουργό της εποχής, τον Ιωάννη Ζαμπέλιο, που οι τραγωδίες του, όταν εκδίδονται το 1860 μεταθανάτια στη Ζάκυνθο σε μια δίτομη έκδοση, ανέρχονται σε 12. Η ελληνική δραματουργία των χρόνων του Αγώνα θα ήταν αφάνταστα πιο πλούσια, αν είχαν σωθεί έστω τα μισά από τα έργα αυτά· […]


Όταν γράψει κανείς μέσα σε πέντε χρόνια 22 […] «θεατρικά συγγράμματα», σημαίνει πως γράφει μανιωδώς, και για να ικανοποιήσει μια ζωτική ανάγκη· για την «έγκλειστη της Ζακύνθου» ήταν η επικοινωνία. Η προτίμηση του διαλογικού λόγου δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός πως ο πεζογραφικός λόγος τότε ήταν ακόμα στην προεπαναστατική Ελλάδα στα σπάργανα, ενώ το θέατρο και η ποίηση αποτελούν αρκετά διαδεδομένα και καλλιεργημένα είδη, αλλά και με το ότι το δράμα αναπαριστάνει το κατεξοχήν ζητούμενο για την Ελισάβετ: την επικοινωνία, το διάλογο […]


Η επικοινωνιακή σκοπιμότητα (με τον πιθανό και εικαζόμενο αναγνώστη) ικανοποιεί, δηλαδή, πολλαπλώς, τα κενά της ζωής της «έγκλειστης» και της δίνει την ψευδαίσθηση της επικοινωνίας με τον κόσμο: διασκεδάζει τον εαυτό της και τους άλλους, διατυπώνει ιδέες και οράματα, διδάσκει τους άλλους, διαμαρτύρεται, καταγγέλλει, μάχεται υπέρ των γυναικών, κάνει έκκληση για αντίσταση στην ανδρική αυθεντία, σατιρίζει, απομυθοποιεί. Έχει παρατηρηθεί ότι ακόμα και τα δύο αποσπάσματα από αρχαίες τραγωδίες, που σώζονται μεταφρασμένα, Ικέτιδες (1-175), το χορικό των Δαναΐδων που παρακαλούν τον Δία να τις σώσει από τον ανεπιθύμητο γάμο τους με τους γιους του Αιγύπτιου, και Προμηθεύς Δεσμώτης (88-126, 244-256), έχουν σχέση με το μόνιμο θεματολόγιό της.


Βάλτερ Πούχνερ, «Προεισαγωγικά». Γυναίκες θεατρικοί συγγραφείς στα χρόνια της Επανάστασης και το έργο τους, φιλολ. επιμ. Βάλτερ Πούχνερ, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2003, 73 & 82-83 [σειρά: Θεατρική Βιβλιοθήκη].


Ο μικρασιατικός πόλεμος (1919-1922)