Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2021

«ΒΟΥΤΙΑ» ΣΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ- ΠΑΡΑΓΚΑ, ΠΕΤΡΙΝΟ ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΜΠΛΕ ΠΟΔΙΑ

 




της Γεωργία Ηλιοπούλου


Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που συνδέεται πιο στενά απ’ όλους με την έννοια του σχολείου. Είναι ο μήνας που τα σχολεία ξανανοίγουν τις πόρτες τους για τους μαθητές μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο μήνας της αγοράς των σχολικών (θυμάμαι που με την κολλητή μου φίλη Δήμητρα πηγαίναμε στο ΑΣΤΕΡΙ, μαγαζί που δεν υπάρχει πια, εκεί που τώρα είναι η Εθνική Τράπεζα επί της Παναγή Τσαλδάρη-και εκστασιασμένες διαλέγαμε τα σχολικά μας είδη, τις μικρές πολύχρωμες γομούλες, τα τετράδια, τις τσάντες μας. Και πόσο μου άρεσε και ακόμα μου αρέσει η μυρωδιά των καινούργιων τετραδίων και βιβλίων.), ο μήνας των μαθημάτων, της επανασύνδεσης της παρέας που χάθηκε προσωρινά το καλοκαίρι, των καθηγητών και δασκάλων που με φορτισμένες τις μπαταρίες τους ξαναμπαίνουν στον «στίβο» της σχολικής αίθουσας για τη μεταλαμπάδευση της γνώσης. Όλα αυτά είναι οι πιο όμορφες και γλυκιές αναμνήσεις για τους περισσότερους από εμάς. Το ίδιο θα προσπαθήσω να κάνω στο άρθρο αυτό, να μεταφέρω αναμνήσεις πολύ παλιών εποχών της πόλης μας, του Περιστερίου, από τα σχολεία του και τους τότε μαθητές του, από τις συνθήκες ζωής τους, εντελώς διαφορετικές που ούτε καν μπορούν να φανταστούν οι σημερινοί νέοι, με υπερβολική αυστηρότητα, έλεγχο της εξωσχολικής τους ζωής, κακουχίες, δυσκολίες, πείνα, σκληρή δουλειά από μικρή ηλικία- ενίοτε 12 και 14 ετών- αλλά και αισιοδοξία και πρόοδο.

Όλα αυτά από την έρευνα του Γιώργου Χριστοφιλόπουλου, συγγραφέα πολλών βιβλίων που αφορούν το Περιστέρι.


Η «Παράγκα», το ιστορικό σχολείο του Περιστερίου

Το επίσημο όνομα της παράγκας ήταν «ΙΑ’ Μικτό Αθηνών». Βρισκόταν στο τέλος της οδού Ρούσβελτ (τότε λεγόταν Ολυμπίας), επάνω σε έναν μικρό λόφο που υπάρχει και σήμερα. Επρόκειτο για μία μεγάλη ξύλινη παράγκα, ελαφρώς υπερυψωμένη, με ξύλινο υπόστεγο που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της αυλής και τις βρύσες. Με την έναρξη της πρώτης σχολικής χρονιάς της (σχολικό έτος 1939-40) η παράγκα υποδέχτηκε, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, 60 περίπου παιδιά. Την πρώτη εκείνη χρονιά οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες για τους μαθητές. Χωρίς θρανία και καρέκλες, ο κάθε μαθητής έφερνε το καρεκλάκι του ή το σκαμνάκι του από το σπίτι. Οι καθηγητές κι αυτοί όρθιοι, μέχρι να περάσει ο καιρός και να φτάσουν εκεί θρανία, πίνακες και έδρες. Χαρακτηριστικό των συνθηκών που επικρατούσαν ήταν ότι μερικά χρόνια μετά την ίδρυσή της, το κτίριο της παράγκας άρχισε να γέρνει, με κίνδυνο για τους μαθητές. Την ευθύνη για την αποκατάσταση ανέλαβαν αφιλοκερδώς δύο μαραγκοί του Περιστερίου, ο Νίκος Κομνηνός και ο Απόστολος Τικόπουλος, οι οποίοι με τρεις κορμούς κυπαρισσιών στερέωσαν το σχολείο και επιπλέον έφτιαξαν τα ταβάνια!

Όλοι παραδέχονται ότι το ξύλινο αυτό Γυμνάσιο, ήταν ένα σχολείο σοβαρό, τα παιδιά του οποίου φοιτούσαν με αγάπη, σύμπνοια και αλληλοσεβασμό. Ίσως ήταν η φυσική αντίδραση, η συσπείρωση γύρω από αγαπημένα πράγματα, όταν οι εξωτερικές συνθήκες είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι μαθητές που τελείωναν τα δημοτικά του Περιστερίου, δεν επέλεγαν τα «καλά» σχολεία του κέντρου, το Λεόντειο, το Αρσάκειο ή το Βαρβάκειο, αλλά την παράγκα. Κι επειδή μετά από λίγα χρόνια οι αίθουσές του δεν χωρούσαν τόσους μαθητές, στην οδό Επιδαύρου, σε μικρή απόσταση «το παράρτημα του Τσάκωνα», ένα διώροφο σπίτι μεταβλήθηκε σε σχολείο, για να καλύψει τις ανάγκες της παράγκας. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην παράγκα έρχονταν και μαθητές από γύρω περιοχές, ιδιαίτερα από το Αιγάλεω. Στην παράγκα οι περιορισμοί δεν ήταν υπερβολικοί. Σαφώς οι ενδυματολογικοί: μπλε ποδιά, με λευκό γιακαδάκι για τα κορίτσια, το σκούρο μπλε πηλίκιο με την κουκουβάγια για τα αγόρια.

Από την παράγκα αποφοίτησαν περισσότερα από 1.500 παιδιά, που διέπρεψαν ποικιλοτρόπως σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Να μην ξεχάσουμε το όνομα του πρώτου γυμνασιάρχη της παράγκας, του φιλολόγου Φωκίωνα Αμπατζή.

Η παράγκα λειτούργησε μέχρι το 1962, με μεγάλες διακοπές ενδιάμεσα (να σημειωθεί ότι στα Δεκεμβριανά έγινε κέντρα στρατολογίας του ΕΛΑΣ). Τα παιδιά της βίωσαν όλο τον κύκλο των τραγικών γεγονότων που συνέβησαν στη χώρα από την απελευθέρωση του ’44 και μετά και μέτρησαν και τα ίδια απώλειες και συμφορές. Σήμερα η παράγκα έχει μείνει στο μυαλό των Περιστεριωτών σύμβολο και γλυκιά ανάμνηση όσων πήρε μαζί του ο χρόνος, ευχάριστων και τραγικών.


Ο έλεγχος της εξωσχολικής ζωής και η μεγάλη αυστηρότητα

Η εποπτεία και ο έλεγχος της εξωσχολικής ζωής των μαθητών στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60 ήταν μια σκληρή πραγματικότητα για τους μαθητές. Μάλιστα για την εφαρμογή τους αφιερώνονταν αμέτρητές πολύτιμες διδακτικές ώρες και επιβάλλονταν κάθε τόσο αψυχολόγητες ποινές, που ζημίωναν το απαραίτητο και στα σχολεία κλίμα συνεργασίας. Στο Γυμνάσιο της Παράγκας τον ρόλο αυτό διαδραμάτιζε ένας εξαιρετικά αυστηρός καθηγητής, άτεγκτος μέχρι σκληρότητας, μοίραζε τις αποβολές με το παραμικρό και τα σχόλιά του εις βάρος των παραβατών έσταζαν φαρμάκι. Ο σιδερένιος κανόνας ήταν γι’ αυτόν ότι όλα απαγορεύονταν εκτός από όσα ρητά επιτρέπονταν. Το να θεαθεί κάποια μαθήτρια στο δρόμο χωρίς την καθιερωμένη μπλε ποδιά, η τα αγόρια χωρίς το σκούρο μπλε πηλήκιο με το σύμβολο της σοφίας, την κουκουβάγια, όπως και το να κυκλοφορεί ένα παιδί το βράδυ, πέρα από την καθορισμένη ώρα, αποτελούσε εκτροπή και συνεπαγόταν τιμωρία. Το ίδιο και η παρακολούθηση θεατρικών και κινηματογραφικών έργων. Ο Χρήστος Γιαννόπουλος, μαθητής του νυχτερινού Γυμνασίου πήρε 4 ημέρες αποβολή γιατί τον είδαν να παρακολουθεί στον Φοίβο, παραμονές Πάσχα, την υπερπαραγωγή της εποχής QUO VADIS.


Σχολείο και δουλειά

«Ο Νίκος Τσιώκος ήταν μαθητής στο 2ο δημοτικό σχολείο, το Πέτρινο, όταν έβγαλε τα πρώτα του λεφτά. Πήγαινε μετά το μάθημα και ξεσκόνιζε τους πελάτες στο κουρείο του Τσιλιγιάννη, μερικά στενά πιο πέρα από το σχολείο. Μετά πήγε στην Αθήνα στην οδό Λυκούργου κοντά στην Ομόνοια σε ένα κουμποτρυπάδικο. Μια επιχείρηση φασόν όπου έφτιαχναν με ειδικές μηχανές κουμπότρυπες σε ρούχα-αυτός ήταν στο κουβάλημα. Κάθε πρωί πήγαινε με τα πόδια απ΄το Ρουπάκι που έμενε στο Ροσινιόλ να πάρει το λεωφορείο και τον ίδιο ποδαρόδρομο έκανε και το βράδυ. Το μεροκάματό του ήταν 15 δραχμές και το έδινε όλο στο σπίτι. Ήταν τόσες οι ανάγκες που οι γονείς του δεν είχαν τη δυνατότητα να του αφήσουν και αυτού κάτι. Να πιει μια πορτοκαλάδα με τους φίλους του την Κυριακή. Ήταν το έτος 1958 και ο Νίκος ήταν μόνο 14 ετών.»


Για 50 και πλέον χρόνια μόρφωσε τους Περιστεριώτες

Η αναφορά στη σχολική ζωή στο Περιστέρι δεν μπορεί να παραλείπει το εμβληματικό «Πέτρινο» ή αλλιώς το σχολείο της Φρειδερίκης (γιατί στα εγκαίνιά του παραβρέθηκε όντως η βασίλισσα). Το 1948, ο Κακλαμάνος και ο Καστριώτης, δώρισαν το συγκεκριμένο οικόπεδο στο δήμο και επί δημαρχίας Ξηρίδη, άρχισε η οικοδόμηση του γνωστού μας «Πέτρινου», που αποπερατώθηκε το 1950. Έτσι το 2ο Δημοτικό ξεκινά τη λειτουργία του, για να διδάξει τις περιστεριώτικες γενιές από το σχολικό έτος 1950-51 μέχρι και το 2005-2006, οπότε και μεταφέρθηκε στο ακριβώς απέναντί του νέο σύγχρονο κτίριο. Οι ιστορίες από τη ζωή στο Πέτρινο άπειρες (πόσες δεν έχω ακούσει από τους γονείς μου και άλλους συγγενείς) που όμως ο περιορισμός χώρου των σελίδων μιας εφημερίδας, δεν επιτρέπει να αποδελτιωθούν. Παρόλα αυτά, αν μιλήσεις με τους πιο παλιούς μαθητές του Πέτρινου, θα δεις τη νοσταλγία στα μάτια τους, για το σχολείο τους, τις γιορτές του, τις γυμναστικές επιδείξεις, για τους παλιούς καθηγητές που δεν υπάρχουν πια και την περηφάνια τους ως μαθητές του συγκεκριμένου σχολείου, που, όπως όλοι λένε, έβγαλε μεγάλα μυαλά και αξιόλογους επιστήμονες.

Με πληροφορίες από το βιβλίο του Γιώργου Χριστοφιλόπουλου « Η πόλη έχει τη δική της ιστορία», Τόμος Α’, Περιστέρι 2010.




Φωτογραφίες:

-Γ’ Δημοτικού-4ο , 1956, Αρχείο Χαράλαμπου Σφαιρόπουλου

-Αρχείο Δημητρίου Τικόπουλου 1933, Μπροστά στην Παράγκα.

- Απολυτήριο του 1932!

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

René Goscinny - Le petit Nicolas - 05 - On a eu l'inspecteur

 




La maîtresse est entrée en classe toute nerveuse. « M. l'Inspecteur est dans l'école, elle nous a dit, je compte sur vous pour être sages et faire une bonne impression. » Nous on a promis qu'on se tiendrait bien, d'ailleurs, la maîtresse a tort de s'inquiéter, nous sommes presque toujours sages. « Je vous signale, a dit la maîtresse, que c'est un nouvel inspecteur, l'ancien était déjà habitué à vous, mais il a pris sa retraite... » Et puis, la maîtresse nous a fait des tas et des tas de recommandations, elle nous a défendu de parler sans être interrogés, de rire sans sa permission, elle nous a demandé de ne pas laisser tomber des billes comme la dernière fois que l'inspecteur est venu et qu'il s'est retrouvé par terre, elle a demandé à Alceste de cesser de manger quand l'inspecteur serait là et elle a dit à Clotaire, qui est le dernier de la classe, de ne pas se faire remarquer. Quelquefois je me demande si la maîtresse ne nous prend pas pour des guignols. Mais, comme on l'aime bien, la maîtresse, on lui a promis tout ce qu'elle a voulu. La maîtresse a regardé pour Voir si la classe et nous nous étions bien propres et elle a dit que la classe était plus propre que certains d'entre nous. Et puis, elle a demandé à Agnan, qui est le premier de la classe et le chouchou, de mettre de l'encre dans les encriers, au cas où l'inspecteur voudrait nous faire une dictée. Agnan a pris la grande bouteille d'encre et il allait commencer à verser dans les encriers du premier banc, là où sont assis Cyrille et Joachim, quand quelqu'un a crié « Voilà l'inspecteur! » Agnan a eu tellement peur qu'il a renversé de l'encre partout sur le banc. C'était une blague, l'inspecteur n'était pas là et la maîtresse était très fâchée. «Je vous ai vu, Clotaire, elle a dit. C'est vous l'auteur de cette plaisanterie stupide. Allez au piquet! » Clotaire s'est mis à pleurer, il a dit que s'il allait au piquet, il allait se faire remarquer et l'inspecteur allait lui poser des tas de questions et lui il ne savait rien et il allait se mettre à pleurer et que ce n'était pas une blague, qu'il avait vu l'inspecteur passer dans la cour avec le directeur et comme c'était vrai, la maîtresse a dit que bon, ça allait pour cette fois-ci. Ce qui était embêtant, c'est que le premier banc était tout plein d'encre, la maîtresse a dit alors qu'il fallait passer ce banc au dernier rang, là où on ne le verrait pas. On s'est mis au travail et ça a été une drôle d'affaire, parce qu'il fallait remuer tous les bancs et on s'amusait bien et l'inspecteur est entré avec le directeur.

On n'a pas eu à se lever, parce qu'on était tous debout, et tout le monde avait l'air bien étonné. « Ce sont les petits, ils.., ils sont un peu dissipés », a dit le directeur. « Je vois, a dit l'inspecteur, asseyez-vous, mes enfants. » On s'est tous assis, et, comme nous avions retourné leur banc pour le changer de place, Cyrille et Joachim tournaient le dos au tableau. L'inspecteur a regardé la maîtresse et il lui a demandé si ces deux élèves étaient toujours placés comme ça. La maîtresse, elle a fait la tête de Clotaire quand on l'interroge, mais elle n'a pas pleuré. « Un petit incident... » elle a dit. L'inspecteur n'avait pas l'air très content, il avait de gros sourcils, tout près des yeux. «Il faut avoir un peu d'autorité, il a dit. Allons, mes enfants, mettez ce banc à sa place. » On s'est tous levés et l'inspecteur s'est mis à crier « Pas tous à la fois vous deux seulement! » Cyrille et Joachim ont retourné le banc et se sont assis. L'inspecteur a fait un sourire et il a appuyé ses mains sur le banc. « Bien, il a dit, que faisiez-vous, avant que je n'arrive? — On changeait le banc de place », a répondu Cyrille. « Ne parlons plus de ce banc! a crié l'inspecteur, qui avait l'air d'être nerveux. Et d'abord, pourquoi changiez-vous ce banc de place?

— A cause de l'encre », a dit Joachim. «L'encre?» a demandé l'inspecteur et il a regardé ses mains qui étaient toutes bleues. L'inspecteur a fait un gros soupir et il a essuyé ses doigts avec un mouchoir.

Nous, on a vu que l'inspecteur, la maîtresse et le directeur n'avaient pas l'air de rigoler. On a décidé d'être drôlement sages.

«Vous avez, je vois, quelques ennuis avec la discipline, a dit l'inspecteur à la maîtresse, il faut user d'un peu de psychologie élémentaire », et puis, il s'est tourné vers nous, avec un grand sourire et il a éloigné ses sourcils de ses yeux. « Mes enfants, je veux être votre ami. Il ne faut pas avoir peur de moi, je sais que vous aimez vous amuser, et moi aussi, j'aime bien rire. D'ailleurs, tenez, vous connaissez l'histoire des deux sourds un sourd dit à l'autre: tu vas à la pêche? et l'autre dit : non, je vais à la pêche. Alors le premier dit : ah bon, je croyais que tu allais à la pêche. » C'est dommage que la maîtresse nous ait défendu de rire sans sa permission, parce qu'on a eu un mal fou à se retenir. Moi, je vais raconter l'histoire ce soir à papa, ça va le faire rigoler, je suis sûr qu'il ne la connaît pas. L'inspecteur, qui n'avait besoin de la permission de personne, a beaucoup ri, mais comme il a vu que personne ne disait rien dans la classe, il a remis ses sourcils en place, il a toussé et il a dit «Bon, assez ri, au travail. — Nous étions en train d'étudier les fables, a dit la maîtresse, Le Corbeau et le Renard. — Parfait, parfait, a dit l'inspecteur, eh bien, continuez. » La maîtresse a fait semblant de chercher au hasard dans la classe, et puis, elle a montré Agnan du doigt : «Vous, Agnan, récitez-nous la fable. » Mais l'inspecteur a levé la main. « Vous permettez? » il a dit à la maîtresse, et puis, il a montré Clotaire. «Vous, là-bas, dans le fond, récitez-moi cette fable. » Clotaire a ouvert la bouche et il s'est mis à pleurer. « Mais, qu'est-ce qu'il a? » a demandé l'inspecteur. La maîtresse a dit qu'il fallait excuser Clotaire, qu'il était très timide, alors, c'est Rufus qui a été interrogé. Rufus c'est un copain, et son papa, il est agent de police. Rufus a dit qu'il ne connaissait pas la fable par coeur, mais qu'il savait à peu près de quoi il s'agissait et il a commencé à expliquer que c'était l'histoire d'un corbeau qui tenait dans son bec un roquefort.

« Un roquefort? » a demandé l'inspecteur, qui avait l'air de plus en plus étonné. «Mais non, a dit Alceste, c'était un camembert. — Pas du tout, a dit Rufus, le camembert, le corbeau il n'aurait pas pu le tenir dans son bec, ça coule et puis ça sent pas bon! — Ça sent pas bon, mais c'est chouette à manger, a répondu Alceste. Et puis, ça ne veut rien dire, le savon ça sent bon, mais c'est très mauvais à manger, j'ai essayé, une fois. —Bah! a dit Rufus, tu es bête et je vais dire à mon papa de donner des tas de contraventions à ton papa! » Et ils se sont battus.

Tout le monde était levé et criait, sauf Clotaire qui pleurait toujours dans son coin et Agnan qui était allé au tableau et qui récitait Le Corbeau et le Renard. La maîtresse, l'inspecteur et le directeur criaient « Assez! ». On a tous bien rigolé.

Quand ça s'est arrêté et que tout le monde s'est assis, l'inspecteur a sorti son mouchoir et il s'est essuyé la figure, il s'est mis de l'encre partout et c'est dommage qu'on n'ait pas le droit de rire, parce qu'il faudra se retenir jusqu'à la récréation et ça ne va pas être facile.

L'inspecteur s'est approché de la maîtresse et il lui a serré la main. « Vous avez toute ma sympathie, Mademoiselle. Jamais, comme aujourd'hui, je ne me suis aperçu à quel point notre métier est un sacerdoce. Continuez! Courage! Bravo! » Et il est parti, très vite, avec le directeur.

Nous, on l'aime bien, notre maîtresse, mais elle a été drôlement injuste. C'est grâce à nous qu'elle s'est fait féliciter, et elle nous a tous mis en retenue!

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2020

H υποταγή του ελληνικού κόσμου

To ρωμαϊκό κράτος αποκτά μεγάλη δύναμη








Zone d'influence de Carthage et de Rome au début de la deuxième guerre punique.




La seconde Guerre Punique (218-202 av. J. -C.) qui oppose les Romains aux Carthaginois dans toute la Méditerranée occidentale





H κατάσταση στον ελλαδικό χώρο

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2020