Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

«ΒΟΥΤΙΑ» ΣΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ- ΠΑΡΑΓΚΑ, ΠΕΤΡΙΝΟ ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΜΠΛΕ ΠΟΔΙΑ

 




της Γεωργία Ηλιοπούλου


Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που συνδέεται πιο στενά απ’ όλους με την έννοια του σχολείου. Είναι ο μήνας που τα σχολεία ξανανοίγουν τις πόρτες τους για τους μαθητές μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο μήνας της αγοράς των σχολικών (θυμάμαι που με την κολλητή μου φίλη Δήμητρα πηγαίναμε στο ΑΣΤΕΡΙ, μαγαζί που δεν υπάρχει πια, εκεί που τώρα είναι η Εθνική Τράπεζα επί της Παναγή Τσαλδάρη-και εκστασιασμένες διαλέγαμε τα σχολικά μας είδη, τις μικρές πολύχρωμες γομούλες, τα τετράδια, τις τσάντες μας. Και πόσο μου άρεσε και ακόμα μου αρέσει η μυρωδιά των καινούργιων τετραδίων και βιβλίων.), ο μήνας των μαθημάτων, της επανασύνδεσης της παρέας που χάθηκε προσωρινά το καλοκαίρι, των καθηγητών και δασκάλων που με φορτισμένες τις μπαταρίες τους ξαναμπαίνουν στον «στίβο» της σχολικής αίθουσας για τη μεταλαμπάδευση της γνώσης. Όλα αυτά είναι οι πιο όμορφες και γλυκιές αναμνήσεις για τους περισσότερους από εμάς. Το ίδιο θα προσπαθήσω να κάνω στο άρθρο αυτό, να μεταφέρω αναμνήσεις πολύ παλιών εποχών της πόλης μας, του Περιστερίου, από τα σχολεία του και τους τότε μαθητές του, από τις συνθήκες ζωής τους, εντελώς διαφορετικές που ούτε καν μπορούν να φανταστούν οι σημερινοί νέοι, με υπερβολική αυστηρότητα, έλεγχο της εξωσχολικής τους ζωής, κακουχίες, δυσκολίες, πείνα, σκληρή δουλειά από μικρή ηλικία- ενίοτε 12 και 14 ετών- αλλά και αισιοδοξία και πρόοδο.

Όλα αυτά από την έρευνα του Γιώργου Χριστοφιλόπουλου, συγγραφέα πολλών βιβλίων που αφορούν το Περιστέρι.


Η «Παράγκα», το ιστορικό σχολείο του Περιστερίου

Το επίσημο όνομα της παράγκας ήταν «ΙΑ’ Μικτό Αθηνών». Βρισκόταν στο τέλος της οδού Ρούσβελτ (τότε λεγόταν Ολυμπίας), επάνω σε έναν μικρό λόφο που υπάρχει και σήμερα. Επρόκειτο για μία μεγάλη ξύλινη παράγκα, ελαφρώς υπερυψωμένη, με ξύλινο υπόστεγο που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της αυλής και τις βρύσες. Με την έναρξη της πρώτης σχολικής χρονιάς της (σχολικό έτος 1939-40) η παράγκα υποδέχτηκε, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, 60 περίπου παιδιά. Την πρώτη εκείνη χρονιά οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες για τους μαθητές. Χωρίς θρανία και καρέκλες, ο κάθε μαθητής έφερνε το καρεκλάκι του ή το σκαμνάκι του από το σπίτι. Οι καθηγητές κι αυτοί όρθιοι, μέχρι να περάσει ο καιρός και να φτάσουν εκεί θρανία, πίνακες και έδρες. Χαρακτηριστικό των συνθηκών που επικρατούσαν ήταν ότι μερικά χρόνια μετά την ίδρυσή της, το κτίριο της παράγκας άρχισε να γέρνει, με κίνδυνο για τους μαθητές. Την ευθύνη για την αποκατάσταση ανέλαβαν αφιλοκερδώς δύο μαραγκοί του Περιστερίου, ο Νίκος Κομνηνός και ο Απόστολος Τικόπουλος, οι οποίοι με τρεις κορμούς κυπαρισσιών στερέωσαν το σχολείο και επιπλέον έφτιαξαν τα ταβάνια!

Όλοι παραδέχονται ότι το ξύλινο αυτό Γυμνάσιο, ήταν ένα σχολείο σοβαρό, τα παιδιά του οποίου φοιτούσαν με αγάπη, σύμπνοια και αλληλοσεβασμό. Ίσως ήταν η φυσική αντίδραση, η συσπείρωση γύρω από αγαπημένα πράγματα, όταν οι εξωτερικές συνθήκες είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι μαθητές που τελείωναν τα δημοτικά του Περιστερίου, δεν επέλεγαν τα «καλά» σχολεία του κέντρου, το Λεόντειο, το Αρσάκειο ή το Βαρβάκειο, αλλά την παράγκα. Κι επειδή μετά από λίγα χρόνια οι αίθουσές του δεν χωρούσαν τόσους μαθητές, στην οδό Επιδαύρου, σε μικρή απόσταση «το παράρτημα του Τσάκωνα», ένα διώροφο σπίτι μεταβλήθηκε σε σχολείο, για να καλύψει τις ανάγκες της παράγκας. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην παράγκα έρχονταν και μαθητές από γύρω περιοχές, ιδιαίτερα από το Αιγάλεω. Στην παράγκα οι περιορισμοί δεν ήταν υπερβολικοί. Σαφώς οι ενδυματολογικοί: μπλε ποδιά, με λευκό γιακαδάκι για τα κορίτσια, το σκούρο μπλε πηλίκιο με την κουκουβάγια για τα αγόρια.

Από την παράγκα αποφοίτησαν περισσότερα από 1.500 παιδιά, που διέπρεψαν ποικιλοτρόπως σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Να μην ξεχάσουμε το όνομα του πρώτου γυμνασιάρχη της παράγκας, του φιλολόγου Φωκίωνα Αμπατζή.

Η παράγκα λειτούργησε μέχρι το 1962, με μεγάλες διακοπές ενδιάμεσα (να σημειωθεί ότι στα Δεκεμβριανά έγινε κέντρα στρατολογίας του ΕΛΑΣ). Τα παιδιά της βίωσαν όλο τον κύκλο των τραγικών γεγονότων που συνέβησαν στη χώρα από την απελευθέρωση του ’44 και μετά και μέτρησαν και τα ίδια απώλειες και συμφορές. Σήμερα η παράγκα έχει μείνει στο μυαλό των Περιστεριωτών σύμβολο και γλυκιά ανάμνηση όσων πήρε μαζί του ο χρόνος, ευχάριστων και τραγικών.


Ο έλεγχος της εξωσχολικής ζωής και η μεγάλη αυστηρότητα

Η εποπτεία και ο έλεγχος της εξωσχολικής ζωής των μαθητών στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60 ήταν μια σκληρή πραγματικότητα για τους μαθητές. Μάλιστα για την εφαρμογή τους αφιερώνονταν αμέτρητές πολύτιμες διδακτικές ώρες και επιβάλλονταν κάθε τόσο αψυχολόγητες ποινές, που ζημίωναν το απαραίτητο και στα σχολεία κλίμα συνεργασίας. Στο Γυμνάσιο της Παράγκας τον ρόλο αυτό διαδραμάτιζε ένας εξαιρετικά αυστηρός καθηγητής, άτεγκτος μέχρι σκληρότητας, μοίραζε τις αποβολές με το παραμικρό και τα σχόλιά του εις βάρος των παραβατών έσταζαν φαρμάκι. Ο σιδερένιος κανόνας ήταν γι’ αυτόν ότι όλα απαγορεύονταν εκτός από όσα ρητά επιτρέπονταν. Το να θεαθεί κάποια μαθήτρια στο δρόμο χωρίς την καθιερωμένη μπλε ποδιά, η τα αγόρια χωρίς το σκούρο μπλε πηλήκιο με το σύμβολο της σοφίας, την κουκουβάγια, όπως και το να κυκλοφορεί ένα παιδί το βράδυ, πέρα από την καθορισμένη ώρα, αποτελούσε εκτροπή και συνεπαγόταν τιμωρία. Το ίδιο και η παρακολούθηση θεατρικών και κινηματογραφικών έργων. Ο Χρήστος Γιαννόπουλος, μαθητής του νυχτερινού Γυμνασίου πήρε 4 ημέρες αποβολή γιατί τον είδαν να παρακολουθεί στον Φοίβο, παραμονές Πάσχα, την υπερπαραγωγή της εποχής QUO VADIS.


Σχολείο και δουλειά

«Ο Νίκος Τσιώκος ήταν μαθητής στο 2ο δημοτικό σχολείο, το Πέτρινο, όταν έβγαλε τα πρώτα του λεφτά. Πήγαινε μετά το μάθημα και ξεσκόνιζε τους πελάτες στο κουρείο του Τσιλιγιάννη, μερικά στενά πιο πέρα από το σχολείο. Μετά πήγε στην Αθήνα στην οδό Λυκούργου κοντά στην Ομόνοια σε ένα κουμποτρυπάδικο. Μια επιχείρηση φασόν όπου έφτιαχναν με ειδικές μηχανές κουμπότρυπες σε ρούχα-αυτός ήταν στο κουβάλημα. Κάθε πρωί πήγαινε με τα πόδια απ΄το Ρουπάκι που έμενε στο Ροσινιόλ να πάρει το λεωφορείο και τον ίδιο ποδαρόδρομο έκανε και το βράδυ. Το μεροκάματό του ήταν 15 δραχμές και το έδινε όλο στο σπίτι. Ήταν τόσες οι ανάγκες που οι γονείς του δεν είχαν τη δυνατότητα να του αφήσουν και αυτού κάτι. Να πιει μια πορτοκαλάδα με τους φίλους του την Κυριακή. Ήταν το έτος 1958 και ο Νίκος ήταν μόνο 14 ετών.»


Για 50 και πλέον χρόνια μόρφωσε τους Περιστεριώτες

Η αναφορά στη σχολική ζωή στο Περιστέρι δεν μπορεί να παραλείπει το εμβληματικό «Πέτρινο» ή αλλιώς το σχολείο της Φρειδερίκης (γιατί στα εγκαίνιά του παραβρέθηκε όντως η βασίλισσα). Το 1948, ο Κακλαμάνος και ο Καστριώτης, δώρισαν το συγκεκριμένο οικόπεδο στο δήμο και επί δημαρχίας Ξηρίδη, άρχισε η οικοδόμηση του γνωστού μας «Πέτρινου», που αποπερατώθηκε το 1950. Έτσι το 2ο Δημοτικό ξεκινά τη λειτουργία του, για να διδάξει τις περιστεριώτικες γενιές από το σχολικό έτος 1950-51 μέχρι και το 2005-2006, οπότε και μεταφέρθηκε στο ακριβώς απέναντί του νέο σύγχρονο κτίριο. Οι ιστορίες από τη ζωή στο Πέτρινο άπειρες (πόσες δεν έχω ακούσει από τους γονείς μου και άλλους συγγενείς) που όμως ο περιορισμός χώρου των σελίδων μιας εφημερίδας, δεν επιτρέπει να αποδελτιωθούν. Παρόλα αυτά, αν μιλήσεις με τους πιο παλιούς μαθητές του Πέτρινου, θα δεις τη νοσταλγία στα μάτια τους, για το σχολείο τους, τις γιορτές του, τις γυμναστικές επιδείξεις, για τους παλιούς καθηγητές που δεν υπάρχουν πια και την περηφάνια τους ως μαθητές του συγκεκριμένου σχολείου, που, όπως όλοι λένε, έβγαλε μεγάλα μυαλά και αξιόλογους επιστήμονες.

Με πληροφορίες από το βιβλίο του Γιώργου Χριστοφιλόπουλου « Η πόλη έχει τη δική της ιστορία», Τόμος Α’, Περιστέρι 2010.




Φωτογραφίες:

-Γ’ Δημοτικού-4ο , 1956, Αρχείο Χαράλαμπου Σφαιρόπουλου

-Αρχείο Δημητρίου Τικόπουλου 1933, Μπροστά στην Παράγκα.

- Απολυτήριο του 1932!

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

René Goscinny - Le petit Nicolas - 05 - On a eu l'inspecteur

 




La maîtresse est entrée en classe toute nerveuse. « M. l'Inspecteur est dans l'école, elle nous a dit, je compte sur vous pour être sages et faire une bonne impression. » Nous on a promis qu'on se tiendrait bien, d'ailleurs, la maîtresse a tort de s'inquiéter, nous sommes presque toujours sages. « Je vous signale, a dit la maîtresse, que c'est un nouvel inspecteur, l'ancien était déjà habitué à vous, mais il a pris sa retraite... » Et puis, la maîtresse nous a fait des tas et des tas de recommandations, elle nous a défendu de parler sans être interrogés, de rire sans sa permission, elle nous a demandé de ne pas laisser tomber des billes comme la dernière fois que l'inspecteur est venu et qu'il s'est retrouvé par terre, elle a demandé à Alceste de cesser de manger quand l'inspecteur serait là et elle a dit à Clotaire, qui est le dernier de la classe, de ne pas se faire remarquer. Quelquefois je me demande si la maîtresse ne nous prend pas pour des guignols. Mais, comme on l'aime bien, la maîtresse, on lui a promis tout ce qu'elle a voulu. La maîtresse a regardé pour Voir si la classe et nous nous étions bien propres et elle a dit que la classe était plus propre que certains d'entre nous. Et puis, elle a demandé à Agnan, qui est le premier de la classe et le chouchou, de mettre de l'encre dans les encriers, au cas où l'inspecteur voudrait nous faire une dictée. Agnan a pris la grande bouteille d'encre et il allait commencer à verser dans les encriers du premier banc, là où sont assis Cyrille et Joachim, quand quelqu'un a crié « Voilà l'inspecteur! » Agnan a eu tellement peur qu'il a renversé de l'encre partout sur le banc. C'était une blague, l'inspecteur n'était pas là et la maîtresse était très fâchée. «Je vous ai vu, Clotaire, elle a dit. C'est vous l'auteur de cette plaisanterie stupide. Allez au piquet! » Clotaire s'est mis à pleurer, il a dit que s'il allait au piquet, il allait se faire remarquer et l'inspecteur allait lui poser des tas de questions et lui il ne savait rien et il allait se mettre à pleurer et que ce n'était pas une blague, qu'il avait vu l'inspecteur passer dans la cour avec le directeur et comme c'était vrai, la maîtresse a dit que bon, ça allait pour cette fois-ci. Ce qui était embêtant, c'est que le premier banc était tout plein d'encre, la maîtresse a dit alors qu'il fallait passer ce banc au dernier rang, là où on ne le verrait pas. On s'est mis au travail et ça a été une drôle d'affaire, parce qu'il fallait remuer tous les bancs et on s'amusait bien et l'inspecteur est entré avec le directeur.

On n'a pas eu à se lever, parce qu'on était tous debout, et tout le monde avait l'air bien étonné. « Ce sont les petits, ils.., ils sont un peu dissipés », a dit le directeur. « Je vois, a dit l'inspecteur, asseyez-vous, mes enfants. » On s'est tous assis, et, comme nous avions retourné leur banc pour le changer de place, Cyrille et Joachim tournaient le dos au tableau. L'inspecteur a regardé la maîtresse et il lui a demandé si ces deux élèves étaient toujours placés comme ça. La maîtresse, elle a fait la tête de Clotaire quand on l'interroge, mais elle n'a pas pleuré. « Un petit incident... » elle a dit. L'inspecteur n'avait pas l'air très content, il avait de gros sourcils, tout près des yeux. «Il faut avoir un peu d'autorité, il a dit. Allons, mes enfants, mettez ce banc à sa place. » On s'est tous levés et l'inspecteur s'est mis à crier « Pas tous à la fois vous deux seulement! » Cyrille et Joachim ont retourné le banc et se sont assis. L'inspecteur a fait un sourire et il a appuyé ses mains sur le banc. « Bien, il a dit, que faisiez-vous, avant que je n'arrive? — On changeait le banc de place », a répondu Cyrille. « Ne parlons plus de ce banc! a crié l'inspecteur, qui avait l'air d'être nerveux. Et d'abord, pourquoi changiez-vous ce banc de place?

— A cause de l'encre », a dit Joachim. «L'encre?» a demandé l'inspecteur et il a regardé ses mains qui étaient toutes bleues. L'inspecteur a fait un gros soupir et il a essuyé ses doigts avec un mouchoir.

Nous, on a vu que l'inspecteur, la maîtresse et le directeur n'avaient pas l'air de rigoler. On a décidé d'être drôlement sages.

«Vous avez, je vois, quelques ennuis avec la discipline, a dit l'inspecteur à la maîtresse, il faut user d'un peu de psychologie élémentaire », et puis, il s'est tourné vers nous, avec un grand sourire et il a éloigné ses sourcils de ses yeux. « Mes enfants, je veux être votre ami. Il ne faut pas avoir peur de moi, je sais que vous aimez vous amuser, et moi aussi, j'aime bien rire. D'ailleurs, tenez, vous connaissez l'histoire des deux sourds un sourd dit à l'autre: tu vas à la pêche? et l'autre dit : non, je vais à la pêche. Alors le premier dit : ah bon, je croyais que tu allais à la pêche. » C'est dommage que la maîtresse nous ait défendu de rire sans sa permission, parce qu'on a eu un mal fou à se retenir. Moi, je vais raconter l'histoire ce soir à papa, ça va le faire rigoler, je suis sûr qu'il ne la connaît pas. L'inspecteur, qui n'avait besoin de la permission de personne, a beaucoup ri, mais comme il a vu que personne ne disait rien dans la classe, il a remis ses sourcils en place, il a toussé et il a dit «Bon, assez ri, au travail. — Nous étions en train d'étudier les fables, a dit la maîtresse, Le Corbeau et le Renard. — Parfait, parfait, a dit l'inspecteur, eh bien, continuez. » La maîtresse a fait semblant de chercher au hasard dans la classe, et puis, elle a montré Agnan du doigt : «Vous, Agnan, récitez-nous la fable. » Mais l'inspecteur a levé la main. « Vous permettez? » il a dit à la maîtresse, et puis, il a montré Clotaire. «Vous, là-bas, dans le fond, récitez-moi cette fable. » Clotaire a ouvert la bouche et il s'est mis à pleurer. « Mais, qu'est-ce qu'il a? » a demandé l'inspecteur. La maîtresse a dit qu'il fallait excuser Clotaire, qu'il était très timide, alors, c'est Rufus qui a été interrogé. Rufus c'est un copain, et son papa, il est agent de police. Rufus a dit qu'il ne connaissait pas la fable par coeur, mais qu'il savait à peu près de quoi il s'agissait et il a commencé à expliquer que c'était l'histoire d'un corbeau qui tenait dans son bec un roquefort.

« Un roquefort? » a demandé l'inspecteur, qui avait l'air de plus en plus étonné. «Mais non, a dit Alceste, c'était un camembert. — Pas du tout, a dit Rufus, le camembert, le corbeau il n'aurait pas pu le tenir dans son bec, ça coule et puis ça sent pas bon! — Ça sent pas bon, mais c'est chouette à manger, a répondu Alceste. Et puis, ça ne veut rien dire, le savon ça sent bon, mais c'est très mauvais à manger, j'ai essayé, une fois. —Bah! a dit Rufus, tu es bête et je vais dire à mon papa de donner des tas de contraventions à ton papa! » Et ils se sont battus.

Tout le monde était levé et criait, sauf Clotaire qui pleurait toujours dans son coin et Agnan qui était allé au tableau et qui récitait Le Corbeau et le Renard. La maîtresse, l'inspecteur et le directeur criaient « Assez! ». On a tous bien rigolé.

Quand ça s'est arrêté et que tout le monde s'est assis, l'inspecteur a sorti son mouchoir et il s'est essuyé la figure, il s'est mis de l'encre partout et c'est dommage qu'on n'ait pas le droit de rire, parce qu'il faudra se retenir jusqu'à la récréation et ça ne va pas être facile.

L'inspecteur s'est approché de la maîtresse et il lui a serré la main. « Vous avez toute ma sympathie, Mademoiselle. Jamais, comme aujourd'hui, je ne me suis aperçu à quel point notre métier est un sacerdoce. Continuez! Courage! Bravo! » Et il est parti, très vite, avec le directeur.

Nous, on l'aime bien, notre maîtresse, mais elle a été drôlement injuste. C'est grâce à nous qu'elle s'est fait féliciter, et elle nous a tous mis en retenue!

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Ν.Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε




Ν.Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε

Μουσική:Σταύρος Ξαρχάκος

Γεια σου χαρά σου Βενετιά 
πήρα τους δρόμους του νοτιά
κι απ' το κατάρτι το ψηλό 
τον άνεμο παρακαλώ. Φύσα αεράκι φύσα με
 μη χαμηλώνεις ίσαμε 
να δω γαλάζια εκκλησιά 
Τσιρίγο και Μονεμβασιά. Γεια σου χαρά σου Βενετιά 
βγήκα σε θάλασσα πλατιά 
και τραγουδώ στην κουπαστή
 σ' όλο τον κόσμο ν' ακουστεί.

Φύσα αεράκι φύσα με 
μη χαμηλώνεις ίσαμε
 να δω στην Κρήτη μια κορφή 
που 'χω μανούλα κι αδελφή.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Κ.Γ.Καρυωτάκη, "Αθήνα"





Στίχοι:Κώστας Καρυωτάκης (1921)

Μουσική: Χάρης Παπαδόπουλος
Τραγούδι: Θεόδωρος Ρήγας



Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη       1
η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.


Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει      5
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.


Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.        9
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.


Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας      12
πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας...


****

Nίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Αθήνα (1946)


Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ' ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογι
άς.


Ν.-Α. Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος, Νεφέλη



****




Νίκου Γκάτσου, «Αθήνα»


Μ' άσπρα πουλιά και σύννεφα
τον ουρανό θα ντύσω
και τ' όνομά σου αθάνατο
στην πέτρα θα κεντήσω

Στο περιβόλι τ' ουρανού
θα μπω για να διαλέξω
κι απ' τη μυρτιά κι αμάραντο
στεφάνι να σου πλέξω

Αθήνα,
Αθήνα,
χαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.
Κάποια βραδιά στην αμμουδιά
κοχύλι σου θα γίνω.
Xαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.

[πηγή: Από τον δίσκο Η Αθήνα του '60 τραγουδά, Universal, 1965. Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Μάνος Χατζηδάκις]


****

Γ.Θ. Βαφόπουλου, «Αθήνα»

Ω Αθήνα, πόλις από φως, στέμμα λαμπρό της Αττικής,
που ένα πανάρχαιο παρελθόν στα στέρνα σου βαραίνει,
αν σαν εταίρα αδιάντροπη σε διαγουμίζει ο Χασεκής
της «προόδου» κι ο «πολιτισμός» το αρχαίο σου κλέος μαραίνει,

εγώ, μιας χώρας σκυθικής βάρβαρο τέκνο, μια φορά
ξεκίνησα προσκυνητής των ένδοξών σου χρόνων,
μα αδιάφορος επέρασα, τυφλός, τη σύγχρονη αγορά,
ανάμεσ' από αλαλαγμούς ανάξιων απογόνων.


[πηγή: Γ.Θ. Βαφόπουλος, Τα ποιήματα, Κέδρος, Αθήνα 1996, σ. 29]

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Κώστας Κρυστάλλης 1868 – 1894



Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου. Ήταν γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα. Μαθητής ακόμα της Ζωσιμαίας Σχολής στα Ιωάννινα εξέδωσε το φλογερό πατριωτικό ποίημα «Αι σκιαί του Άδου» (1887), στο οποίο 
Αποτέλεσμα εικόνας για Κ. Κρυστάλλης η μηχανή του χρόνουεξυμνούσε με πάθος τους εθνικούς αγώνες και τους ήρωες του 1821. Η Ήπειρος, όμως, ήταν τότε σκλαβωμένη και οι Τούρκοι καταζητούσαν το νεαρό ποιητή. Για ν’ αποφύγει τη σύλληψη αναγκάστηκε να φύγει στην Αθήνα, όπου δούλεψε σκληρά.


Εργάστηκε ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο, συντάκτης του περιοδικού «Εβδομάς», λημματογράφος στην εγκυκλοπαίδεια «Μπαρτ και Μπεκ» και τέλος ως υπάλληλος στα εκδοτήρια των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τα εισοδήματά του από αυτές τις δουλειές ήταν πενιχρά και μη έχοντας επαρκείς πόρους ζούσε σε ανήλιαγα υπόγεια, που του έφθειραν την υγεία. Προσβλήθηκε από φυματίωση, αρρώστια αγιάτρευτη στην εποχή του. Η μόνη του χαρά ήταν η μελέτη και η ποίηση και που και που καμιά εκδρομή στην Πεντέλη, στην Πάρνηθα ή στον Υμηττό, που του θύμιζαν την «Πίνδο του», τη βουνίσια ζωή, που είχε γίνει o μυστικός καημός του.

Απ’ αυτή την ασίγαστη λαχτάρα, γεννήθηκε η ειδυλλιακή ποίησή του. Ο Κρυστάλλης έγραψε κι άλλα έργα, όπως τα πεζογραφήματα για τους «Βλάχους της Πίνδου» και το πατριωτικό του «Ο Καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγιού», μα εκείνα που κάνουν ξεχωριστό ποιητή τον Κρυστάλλη και προσθέτουν ένα νέο τόνο στη νεοελληνική ποίηση είναι τα «Αγροτικά» (1891) και ο «Τραγουδιστής του Χωριού και της Στάνης» (1892), που τιμήθηκε με έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σ’ αυτά τα ποιήματα, που έχουν βουκολικό χρώμα και είναι γεμάτα δροσιά και χάρη, ο ηπειρώτης ποιητής ξεκινά από τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, και τα πλουτίζει με την προσωπική του τέχνη και «την άφθαστη ομορφιά της ελληνικής φύσης και των βουνών μας την περηφάνεια». Στα τέλη του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές από λαχείο κι έτσι μπόρεσε στις αρχές του επομένου έτους να δημοσιεύσει τα «Πεζογραφήματά» του.

Λίγο αργότερα, όμως, η αρρώστια του θα επιδεινωθεί ραγδαία και ο ξενιτεμένος ποιητής δεν αντέχει πια. Γυρίζει στην Ήπειρο και στις 22 Απριλίου1894 πεθαίνει στο σπίτι της αδελφής του στην Άρτα, σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Ο κάμπος τον είχε φάει, όπως προφήτεψε θλιβερά στο «Σταυραητό» του.


Παρακαλώ σε Σταυραητέ, για χαμηλώσου λίγο
και δος μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου·
Πάρε με πάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.


Στην Πεντέλη υπάρχει από χρόνια η προτομή του. Την έχουν στήσει οι φυσιολάτρες, που τον αισθάνονται ιδιαίτερα σαν δικό τους ποιητή. Να, τι γράφει γι’ αυτό το βουνό ο Κρυστάλλης:


Νάξερες, όμορφο βουνό, τί μου θυμίζει εμένα
ένα κεδρί, ένας πεύκος σου, μια ρεματιά, μια βρύση.
Νάξερες όμορφο βουνό, τί πόθους μου ξανάφτει
κι ένας ανθός σου ταπεινός με τη μοσχοβολιά του,
Γι’ αυτό, βουνό μου, σ’ αγαπώ περίσ’ απ’ όλα τ ’άλλα.


Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη εντάσσονται στο ρομαντισμό της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και είναι γραμμένες σε καθαρεύουσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα «Αγροτικά» πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι. Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους.





Τὸ τραγούδι τοῦ τρυγητοῦ

Αποτέλεσμα εικόνας για τρυγητός


Τὸ λέει ὁ πετροκότσυφας στὸ δροσερὸ τ᾿ αὐλάκι,
τὸ λὲν στὰ πλάια οἱ πέρδικες, στὴν ποταμιὰ τ᾿ ἀηδόνια,
τὸ λὲν στ᾿ ἀμπέλια οἱ λυγερές, τὸ λὲν μὲ χίλια γέλια,
τὸ λέει κ᾿ ἡ Γκόλφω ἡ ὄμορφη, τὸ λέει μὲ τὸ τραγούδι:
- Ἀμπέλι μου, πλατύφυλλο καὶ καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, νὰ μπῶ νὰ σὲ τρυγήσω,
νὰ κάμω ἀθάνατο κρασί, μοσκοβολιὰ γιομάτο.
Μὲς στὰ κατώγια τὰ βαθιὰ σὰν μόσχο νὰ τὸ κρύψω,
νὰ τὸ φυλάξω ὀλάκαιρες χρονιές, ἀκέριους μῆνες,
ὥσπου νὰ ῾ρθεῖ μίαν ἄνοιξη, νἄρθει ἕνα καλοκαίρι,
νὰ γύρει ἀπὸ τὴ μακρινὴ τὴν ξενιτιὰ ὁ καλός μου.
Νὰ κατεβῶ μὲς στὴν αὐλή, νὰ πιάκω τ᾿ ἄλογό του,
νὰ τὸν φιλήσω ἀγκαλιαστὰ στὰ μάτια καὶ στὸ στόμα,
νὰ τὸν κεράσω, ἀμπέλι μου, τ᾿ ἀθάνατο κρασί σου,
τῆς ξενιτιᾶς τὰ βάσανα νὰ πᾶν, νὰ τὰ ξεχάσει.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Γεώργιος Δροσίνης καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου και γεννήθηκε στην Αθήνα. Τις εγκύκλιες σπουδές του παρακολούθησε στη Βαρβάκειο Σχολή και το Λύκειο Σουρμελή. Σπούδασε Νομική και, με σύσταση του Νικολάου Πολίτη, Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία Καλών Τεχνών και ξένης φιλολογίας στη Γερμανία (Λειψία, Δρέσδη, Βερολίνο 1885-1888).

 Επέστρεψε στην Αθήνα και από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού της Εστίας, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο διηύθυνε επίσης τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη (που ίδρυσε επίσης). 
Το 1899 μαζί με
Γεώργιος Δροσίνης, Δημήτριος Βικέλας
τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, όπου εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. 


Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε επίσης στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών και της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής, του Α΄ Εκπαιδευτικού Συνεδρίου του 1907 και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας (1908). 

Από το 1914 και ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης του υπουργείου Παιδείας με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, ενώ υπήρξε επίσης μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το έτος ίδρυσής της (1926). Από το 1922 διηύθυνε το Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος. 

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στο περιοδικό Ραμπαγάς. Στην πρώτη φάση της λογοτεχνικής παραγωγής του ανήκουν οι συλλογές Ιστοί αράχνης (1880) και Σταλακτίται (1881), με τις οποίες εντάχτηκε στους νεωτεριστές ποιητές που απομακρύνθηκαν από το πομπώδες ύφος των αθηναίων ρομαντικών της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Με τις συλλογές Ειδύλλια (1884) και Γαλήνη (1902) προσχώρησε στη γενιά του 1880, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα ως το 1930 με τη συλλογή Βραδιάζει, καθώς επίσης διηγήματα και μυθιστορήματα. Πέθανε στην Κηφισιά το 1951.

 Ο Γεώργιος Δροσίνης εντάσσεται στους ποιητές της νέας Αθηναϊκής Σχολής, κυρίως λόγω της δημοτικής γλώσσας και της απλότητας της έκφρασης της ποίησής του, καθώς και των επιρροών που δέχτηκε από τους παρνασσιστές γάλλους ποιητές και την παρνασσική ποίηση του Παλαμά. 

Στην πεζογραφία του επηρεασμένος από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, το Νικόλαο Πολίτη και τον ΄Άγγελο Βλάχο, αλλά και από τις σπουδές του στη Γερμανία (...), επέλεξε συχνά θέματα από τη ζωή στην ελληνική επαρχία προτάσσοντας μια ειδυλλιακή αντιμετώπισή της. Τοποθετείται έτσι στην πρώτη φάση της ηθογραφικής πεζογραφίας στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.



Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Κ.Παλαμά, Σατιρικά Γυμνάσματα



ΤΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ είναι δυο σειρές ποιημάτων. Η πρώτη σειρά αποτελείται από 20 ποιήματα που γράφτηκαν το 1907 και δημοσιεύτηκαν τον επόμενο χρόνο στο περιοδικό Νουμάς. Η δεύτερη σειρά αποτελείται από 24 ποιήματα που γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν στο Νουμά το 1909, σχεδόν ταυτόχρονα με το κίνημα στο Γουδί. Η σάτιρα του Παλαμά δεν είναι λεπτή ειρωνεία, ούτε ευφυολογία, ούτε απλή και ανώδυνη κριτική. Δεν είναι ούτε κοινωνική σάτιρα, όπως του Λασκαράτου. Είναι μια σάτιρα που κρατάει μαστίγιο και χτυπάει σκληρά την πολιτική κατάσταση και τις κίβδηλες αξίες της εποχής. Είναι πικρός σαρκασμός που βγαίνει από την οργή και την αγανάκτηση του ποιητή και προσπαθεί να ξυπνήσει τις ναρκωμένες συνειδήσεις των συμπολιτών του. Ο ίδιος ο ποιητής γράφει: «Τα Σατιρικά Γυμνάσματα ενώ αρχίζουν με την πρόθεση να χτυπήσουν πρόσωπα και αντικείμενα σε ορισμέν' απάνου συνταρακτικά ζητήματα, πολιτικά και κοινωνικά, προχωρούν, τραβούν σε στοχαστικές γενικότητες και υπονοητικές εικόνες». 




Κωστή Παλαμά, [Πολεμάς να στυλώσης, κυβερνήτη...]

Πολεμάς να στυλώσης, κυβερνήτη,
με τα καράβια και με τα φουσάτα
της Πολιτείας το σαλεμένο σπίτι.

Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ' άλλη στράτα,
τον νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε,
και πρώτ' απ' όλα αλφαβητάρι κράτα.

Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι.
Σε μια Βαβέλ δεμένους μας κρατάνε
κακά στοιχειά· το μάγεμά τους λύσε

και στα χείλια οι καρδιές μας πάλε ας πάνε.
Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής.
Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θα 'ναι.

Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς.

Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τ.5, Μπίρης, Αθήνα, χ.χ., σ. 235]

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Λορέντζου Μαβίλη, Πατρίδα



Πάλε ξυπνάει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγέρι
στὴν πλάση μυστικῆς ἀγάπης γλύκα,
σὰν νύφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προίκα,
λάμπει ἐνῶ σβηέται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστέρι.

Πεταλοῦδες πετοῦν ταίρι μὲ ταίρι,
ἐδῶ βουίζει μέλισσα, ἐκεῖ σφήκα·
τὴ φύση στὴν καλή της ὥρα ἐβρῆκα,
λαχταρίζει ἡ ζωὴ σ᾿ ὅλα τὰ μέρη.

Κάθε μοσχοβολιὰ καὶ κάθε χρῶμα,
κάθε πουλιοῦ κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στὰ φυλλοκάρδια μου κι ἐλπίδα

νὰ σοῦ ξαναφιλήσω τ᾿ ἅγιο χῶμα,
νὰ ξαναϊδῶ καὶ τὸ δικό σου Μάη,
ὄμορφή μου, καλή, γλυκειὰ πατρίδα.

Μόναχο, 5 Ιουν. 1888.






Ο Λ. Μαβίλης στην Πύλη

Για το Σονέτο 


Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Κ.Γ. Καρυωτάκης, Νεραντζιά

Ω τη νεραντζούλα μας
που ’ναι ολανθισμένη
κι είναι σα λευκότατη
νύφη στολισμένη,

με την ομορφάδα της,
με τα νυφικά της!
Ω, τη νεραντζούλα μας!
Πάνε στα κλαδιά της

κι αλαφροζυγίζονται
κελαδώντας σπίνοι.
Πίνει το βροχόνερο,
τη λιακάδα πίνει,

χαίρεται τ’ ανθάκια της,
χαίρεται το Μάη,
παίζει με τον άνεμο
και μοσκοβολάει.



(από το βιβλίο: Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Eρμής, 1972)



Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Μ. Παπανικολάου, "Τοπίο"

Μ. Παπανικολάου, «Τοπίο», Τα ποιήματα, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, Πρώτη Έκδοση 1966

Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει, βρέχει
στις ελιές τις γκρίζες·
το νερό σα ρίγος τρέχει 
από τα κλαδιά στις ρίζες.—

Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα, 
σκοτεινά κάτω κι απάνω: 
Ξεχωρίζουν μες στη μπόρα 
τα τσαντήρια των Τσιγγάνων.

Απ’ την άσφαλτο, τα κάρα 
κατεβαίνουν, κατεβαίνουν...
Λάμπουν μερικά τσιγάρα
στα παράθυρα του τραίνου.

Ένα σκιάχτρο απελπισμένο 
στη νεροποντή, στο κρύο, 
άδικα γνέφει στο τραίνο 
κι εμψυχώνει το τοπίο.

Ανυπόφορη είναι η θλίψη 
των αγρών, αυτό το μήνα!
Η βροχή μας έχει κρύψει 
απ’ το φόντο την Αθήνα.

Και το βράδυ κατεβαίνει
μες στη νέκρα, μες στη γύμνια...
πού 'ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;
Γιατί σώπασαν τ' αγρίμια;



Μες στον κάμπο τώρα μόνα
τα βαριά περνούνε τρένα,
λες και φέρνουν το χειμώνα
και τη νύχτα από τα ξένα.



Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Οδ. Ελύτη, Το τρελοβάπορο






Οδυσσέας Ελύτης, Ο ήλιος ο ηλιάτορας, Ίκαρος, 1971

Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Δημητράτος και  Χορωδία Λαμίας ( Ντουέτο )


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τούς αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μέσ' στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!


Για το ψευδώνυμο του Ελύτη

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Oι μαθητές εμπνέονται από την ελληνική φύση









ΟΠΩΣ...ΕΛΛΑΔΑ

Αν θες  την ομορφιά του κόσμου αυτού να νιώσεις 
Και στη γαλήνη της ζωής να ενδώσεις
Αν θες να ζήσεις με τη φύση αρμονικά
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου να σε τυλίξουν τα εφτά

Τότε το πλοίο πάρε, το πρώτο στη σειρά
Και φτάσε στην Ελλάδα, του ήλιου το λημέρι.
Της χώρας αν πατήσεις αυτής την αμμουδιά
Θα σε χτυπήσει αμέσως της θάλασσας τ'αγέρι.

Στον τόπο αυτό τον καρπερό θα δεις μαβιά λουλούδια
Χρυσά αμπέλια και ελιές, στεριάς γλυκά τραγούδια.
Μέσα στον κάμπο  της χαράς πηδούν πρόβατα άσπρα
Κι ένα γατάκι κάπου 'κει ρίχνει κυράς τη γλάστρα.

Στον ουρανό το γαλανό κοιτώντας ξαφνικά 
Τα μάτια σου θα θαμπωθούν απ'του ήλιου μας τη χάρη
Ανάμεσα στα σύννεφα τ'άσπρα, τα χνουδωτά
Παίζουν ανέμελα κρυφτό πετώντας δύο γλάροι

Αν όμως στα ήσυχα νερά κοιτάξεις μια στιγμή
Που είναι βαθιά και πράσινα όπως η ελιά η αγνή
Θ'ακούσεις το τραγούδισμα του κύματος που σκάει
Θα το νομίσεις για γοργόνα νια που αηδονοκελαηδάει.

Αυτός είναι ο τόπος μας, η ξακουστή Ελλάδα
Παράδεισος επίγειος, της ομορφιάς η κόρη
Που λάμπουνε οι δρόμοι της κάτω από τη λιακάδα 
Καλύπτεται από στεριές, νερά, πελάγη κι όρη.
                                                           Απρίλιος 2014

Φοίβη Καρατζόγλου Α2 




Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Ph. Barbeau, O Tυφλοπόντικας


Στα πλαίσια της εφαρμογής του πιλοτικού προγράμματος για το μάθημα της Λογοτεχνίας της Α' Γυμνασίου οι μαθητές διάβασαν τον Τυφλοπόντικα του Ph. Barbeau και έδωσαν τη δική τους εκδοχή για το τέλος της ιστορίας.


Ph. Barbeau, Ο Τυφλοπόντικας. Το άλλο τέλος

Publish at Calameo or read more publications.

Να και το γράμμα που μας έστειλε ο συγγραφέας του βιβλίου Ph.Barbeau:  file:///C:/Users/User/Downloads/L.%20suite%20OM%20Ioannina%20(3).pdf

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Μ. Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα




 Η βιογραφία του Μ.Γκανά

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ :Αρχείο Δημόσιας Τηλεόρασης (ΓΙΑΝΝΕΝΑ - Μ. ΓΚΑΝΑΣ)

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

'"Ε, σεις στεριές και θάλασσες"








ΣΤΙΧΟΙ: Οδυσσέας Ελύτης
ΜΟΥΣΙΚΗ: Δημήτρης Λάγιος
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Γιώργος Νταλάρας
ΔΙΣΚΟΣ: Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1982)



Ε σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου

"Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!"

Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του άλλου πελάγου

"Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!"

Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές