Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Ξενιτιά

 Οδύσσεια, ραψωδία α, στ. 59-60 ( μεταφρ. Ζ. Σιδέρη)


Μα ο Δυσσέας και καπνό ποθεί να ιδεί απ'αγνάντια
να βγαίνει από την πατρίδα του ψηλά κι ας ξεψυχήσει.

Οδύσσεια, ραψωδία ε, στ. 221-232 ( μεταφρ. Ζ. Σιδέρη)

Τότε έτσι κι ο πολύσοφος απάντησε ο Δυσσέας·
«Συμπάθα, λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω
σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπροστά σου η Πηνελόπη,
στ’ ανάστημα και στη μορφή, τις δυο όποιος σα συγκρίνει.
Θνητή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου.
Μα κι έτσι πάντα λαχταρώ να φτάσω στην πατρίδα
και να τη δουν τα μάτια μου του γυρισμού τη μέρα.
Κι ανίσως πάλε αθάνατος κανένας με τσακίσει
μες στο κρασάτο πέλαγος, κι αυτό θα το βαστάξω,
γιατί είναι μες στα στήθια μου καρτερικιά η καρδιά μου. 
Κι άλλα πολλά που πέρασα, πολλά έχω τραβηγμένα
στις μάχες και στη θάλασσα. Κι αυτό μες στ’ άλλα ας έρθει».





Καράβι ποιος σε κέντησε, ποιος σού `βαψε τα ξάρτιαγια να με πάρεις μακριά και να δακρύσουνε πικρά
και να δακρύσουνε πικρά της μάνας μου τα μάτια

Φεύγω γιατί με πίκρανε
η φτώχεια και ο πόνος
είχε πνιγεί η ελπίδα μου
είχε σβηστεί ο ήλιος μου
κι είχε χαθεί
κι είχε χαθεί ο δρόμος

Με δέρναν όλοι οι καιροί, μου πάγωναν τα μάτια
μου κάναν πέτρα το ψωμί, μου κάναν βούρκο το νερό
μου κάναν βούρκο το νερό και την καρδιά κομμάτια

Φεύγω γιατί με πίκρανε...

Δε μού `χαν μείνει ν’ αγαπώ δυο χέρια ν’ αγκαλιάζω
μόνο τα χείλη με καημό και μια φωνή με πυρετό
και μια φωνή με πυρετό τον πόνο να φωνάζω

Φεύγω γιατί με πίκρανε...


Μάνα, πολλά μαλώνεις με
κι εγώ μισέψω θέλει,
να πάω, μάνα, στην ξενιτιά,
να κάμεις μήνες, μάνα, να με ιδείς
καιρούς, μάνα, να μ’ ανταμώσεις,
να ‘ρθουν, μάνα, μου οι γιορτές
οι μεγαλοβδομάδες και να ‘μαι εγώ στην ξενιτιά.


Ξενιτεμένος κι έρημος στην ξενιτιά γυρίζω,
τις πίκρες και τα βάσανα μπροστά μου αντικρίζω.

Πόσες φορές, βρε μάνα μου, θυμήθηκα εσένα,
απ' τα πολλά τα βάσανα που τράβηξα στα ξένα.

Για να ξεχάσω, μάνα μου, πίνω το κατοστάρι,
το δευτερώνω ύστερα και το τριτώνω πάλι.

Είναι καημός, μανούλα μου, είναι μεγάλος πόνος,
εδώ μέσα στην ξενιτιά να την περνάω μόνος.

Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενητειά
Περιπλανώμενος, δυστυχισμένος μακριά απ' της μάνας μου την αγκαλιά.
Κλαίνε τα πουλιά γι' αέρα και τα δένδρα για νερό
κλαίω μανούλα μου και εγώ για σένα πού έχω χρόνια να σε δω.
Πάρε, πάρε την ψυχή μου ησυχία για να βρω
αφού το θέλησε η μαύρη μοίρα μεσ' την ζωή μου να μην χαρώ.


Τώρα που πας στη ξενιτιά
πουλί θα γίνω του νοτιά
γρήγορα να σ' ανταμώσω.
Για να σου φέρω τον σταυρό
που μου παράγγειλες να βρω
δαχτυλίδι να σου δώσω.

Ήσουν κυπαρίσσι στην αυλή μου αγαπημένο
ποιος θα μου χαρίσει το φιλί που περιμένω.
Στ' όμορφο ακρογιάλι καρτερώ να μου 'ρθεις πάλι
σαν μικρό χαρούμενο πουλί. (δις)

Χρυσή μου αγάπη έχε γεια
να 'ναι μαζί σου η Παναγιά
κι όταν 'ρθει το περιστέρι,

Στις φάμπρικες της Γερμανίας
και στου Βελγίου τις στοές
πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν
και κλαίνε οι μάνες μοναχές

Κακούργα μετανάστευση
κακούργα ξενιτιά
μας πήρες απ' τον τόπο μας
τα πιο καλά παιδιά

Στη μακρινή την Αυστραλία
και πέρα στην Αμερική
στον Καναδά στη Βραζιλία
πόσα παιδιά πονούν κι εκεί

Κακούργα μετανάστευση...

Κάνε κουράγιο μετανάστη
κάνε λεβέντη μου υπομονή
του γυρισμού σου το καράβι
πάλι μια μέρα θα φανεί

Κακούργα μετανάστευση
κακούργα ξενιτιά
μας πήρες απ' τον τόπο μας
τα πιο καλά παιδιά


Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που 'ναι στο σταθμό που πάνε.

Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.

Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Αγόρασα λαχείο στ' όνομά τους
αχ, να κερδίσει να σταθώ σιμά τους



Φεγγάρι, μάγια μου 'κανες
και περπατώ στα ξένα,
είναι το σπίτι ορφανό,
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα.

Στείλ', ουρανέ μου, ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή.

Στείλ' ουρανέ μου ένα πουλί,
ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά,
δίπλα στο μπαλκονάκι.

Στείλ' ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή,
να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντίλι
προικιά στην αδερφούλα μου
και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί στα χείλη.

Στείλ' ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου