Δεν μπορείς να επιλέξεις το πώς θα πεθάνεις ή το πότε. Μπορείς μόνο να αποφασίσεις το πώς θα ζήσεις. Τώρα. (Joan Baez από το "Ξημέρωμα")
Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013
Κατίνα Παπά,Η εκδρομή του Δημητρού
Σήμερα τα πράματα ήτανε δύσκολα για το Δημητρό. Η μητέρα του ερχότανε αργά, η γειτόνισσα έλειπε, σαπούνι δεν είχε, η ώρα έφευγε, κι ωστόσο αυτός, αύριο το πρωί στις εφτά έπρεπε να 'ναι έτοιμος, με ποδιά καθαρή και το δεματάκι με το φαΐ του στο χέρι. Για το φαΐ δεν τον έμελλε και τόσο· «πού σε ξέρει ο άλλος τι τρως και τι δεν τρως»! Εκείνο που τον επείραζε ήτανε η ποδιά.
-«Η συγκέντρωσις θα γίνει εις την αυλήν του σχολείου· θα έλθετε όλοι καθαροί και τακτικοί και με το καλαθάκι σας ο καθείς με το φαγητόν του».
Και τα μάτια του δασκάλου, όταν έλεγε «θα έλθετε καθαροί», έπεσαν ακριβώς στην ποδιά του Δημητρού.
Αν η μητέρα του σχόλαινε ενωρίτερα, τι ανάγκη θα είχε; θα του καθάριζε ωραία την ποδιά του, κι αυτός πρώτος και καλύτερος θα 'φτανε αύριο στο σχολειό.
Αλλά έλα που σχολούσε αργά απ' το εργοστάσιο, κι όσο να 'ρθει τόσο δρόμο στο σπίτι ενύχτωνε. Πότε θα πρόφτανε να την πλύνει; Κι αν δεν εστέγνωνε; 0 Δημητρός άνοιξε διάπλατα τα μάτια του από αγωνία. Ήτανε ένας μήνας, που την περίμενε αυτή την εκδρομή, κι αν δεν επήγαινε, θα 'σκαζε.
Δεν επήγε ποτέ του εκδρομή, και του φαινόταν πολύ μεγάλο πράμα. Και μη δεν ήτανε κιόλας;
Δένδρα, πράσινη γης, νερά τρεχούμενα, αγέρας, βουνό, ελευθερία. Τούμπες και πηδήματα και φωνές, κι ο δάσκαλος εκεί μπροστά, να σε βλέπει και να μη λέει τίποτες· να μη σου τραβάει τ' αυτί και να μη σου μετράει δεκαοχτώ τσουχτερές χαρακιές στη σειρά απάνω στην παλάμη σου.
Και το πιο παράξενο, να χαμογελάει!
Μα αυτό ίσα ίσα ήτανε, που δεν το χωρούσε το κεφάλι του Δημητρού, κι ας το λέγανε όλα τα παιδιά, που πήγανε και πέρσι εκδρομή με το δάσκαλο. 0 Πανούτσος μάλιστα πήρε και όρκο. «0 δάσκαλος χαμογελάει! αλήθεια σου λέω, μα το σταυρό!» κι ο Πανούτσος φίλησε το σταυρό, που έκανε με τα δάκτυλά του. «0 δάσκαλος χαμογελάει! τον είδαμε με τα μάτια μας».
Και ο Δημητρός συλλογίστηκε το δάσκαλό του, που έμπαινε κάθε μέρα στην τάξη κατσουφιασμένος κι άγριος, σαν να τον έδερνε κάθε πρωί ο πατέρας του.

Δε θυμάται να γέλασε ποτέ.
-«Διατί εφόνευσεν ο Ηρακλής τας Στυμφαλίδας όρνιθας;»
-«Για να γεμίσει προσκέφαλα με τα πούπουλα», φώναξε ο Πανούτσος.
Τα παιδιά γελάσανε, μα ο δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια του. Κατέβηκε άγριος από την έδρα κι έδωκε τέτοιο ξύλο στον Πανούτσο, που όλοι βουβάθηκαν.
Μόνο με το Ζακυθινό δε θυμώνει· θα πεις, αυτός είναι καλός μαθητής και τα λέει όλα με τη σειρά:
-«Και ο Θεός καταράστηκε τους πρωτοπλάστους και είπε στον Αδάμ να κερδίζει τον άρτον του με τον ιδρώτα του προσώπου του».
Τα φρύδια του δασκάλου ξεσούφρωσαν και το πρόσωπό του έγινε μαλακότερο.
...«κι εσύ φίδι, να είσαι καταραμένο και να σέρνεσαι εις τους αιώνες με την κοιλίαν σου».
«Και πώς περπατούσε πρωτύτερα;» ρώτησε ο καημένος ο Δημητρός, μα έφαγε κι αυτός της χρονιάς του.
Και να σου ορκίζεται ο Πανούτσος, πως αυτός ο δάσκαλος αύριο θα χαμογελάει! Να το βλέπεις και να μη το πιστεύεις!
Ωστόσο η ώρα περνούσε κι ο Δημητρός δεν έβρισκε ησυχία, βγήκε στην αυλή και τράβηξε ίσια κατά τη γειτόνισσα.
Μια μικρή κάθονταν στο κατώφλι και έτρωγε με όρεξη το ψωμί της.
-Φιλίτσα! ε, Φιλίτσα, φώναξε από μακριά· ήρθε η μητέρα σου;
Η μητέρα της Φιλίτσας ήτανε φίλη με τη μητέρα του Δημητρού και πολλές φορές τον φρόντιζε, όταν έλειπε η δική του. Μα για κακή του τύχη έλειπε σήμερα κι αυτή.
-Τι τη θέλεις; ρώτησε η μικρή.
-Το και το, διηγήθηκε ο Δημητρός.
-Μπα! και δε σου την πλένω εγώ την ποδιά σου;
Αυτό δα έλειπε τώρα να 'ξερε κι η Φιλίτσα να πλένει! Μα πάλε, πού ξέρεις! Αυτές οι κοπέλες είναι επιδέξιες· ξέρουνε τόσα πράματα, που δεν τα ξέρουμε ‘μεις τα παιδιά!
-Φέρ' την ποδιά σου και θα δεις!
Ο Δημητρός τ' αποφάσισε. Μια και δυο έβγαλε την ποδιά του και την παράδωκε στη Φιλίτσα.
Εκείνη την πήρε σοβαρή και τράβηξε ίσια κατά τη βρύση. Αλλά η βρύση ήτανε κλειστή και δεν άνοιγε εύκολα. Μα κι ο Δημητρός ήτανε άντρας· έδωσε, πήρε, την άνοιξε.
-Εσύ να κρατάς την ποδιά κάτω από τη βρύση κι εγώ να την πλένω.
Το νερό έτρεχε με ορμή και τους πιτσίλιζε πατόκορφα, μα ποιος πρόσεχε σε τέτοια· κι οι δυο ήτανε βυθισμένοι στη δουλειά τους.
Ύστερα τη στίψανε μέσα στις χούφτες τους και την κρεμάσανε σουφρωμένη στο σκοινί.
Η Φιλίτσα από τον ενθουσιασμό της μοίρασε το ψωμί της με το Δημητρό και κάθισαν κι οι δυο στο κατώφλι.
Η Φιλίτσα δεν πήγαινε ακόμα στο σχολείο κι ο Δημητρός της έκανε το σοφό. Για να τη διασκεδάσει, της έκανε απόψε και το δάσκαλο. Σηκώθηκε ορθός, κορδώθηκε φουσκωτός, όσο μπορούσε, κι αφού έσφιξε τη μύτη του δυνατά με τα δυο του δάχτυλα, για να πετύχει καλύτερα τη φωνή του δασκάλου, άρχισε να ξεφωνίζει:
-Σιωπή, παρακαλώ! Σήμερον θα σας είπω διά τον τρίτον άθλον του Ηρακλέους, διά τον Ερυμάνθιον κάπρον .
Η Φιλίτσα το 'βρε πολύ διασκεδαστικό, όπως το 'λεγε με τη μύτη ο Δημητρός εκείνο το «ερυμάνθιον», έσφιξε κι αυτή τη μυτίτσα της και ξεφώνιζε: «ερυμάνθιον» ! «ερυμάνθιον» !
Μα σε λίγο κουράστηκε, άναψαν τα μαγουλάκια της, της πόνεσε κι η μύτη της και ξανακάθισε στο κατώφλι.
Η μέρα έφευγε και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Ένα ένα άρχισαν να φαίνoνται τ' άστρια.
-Και τι χρειάζονται, Δημητρό, τ' άστρια; Σου το 'πε ο δάσκαλος;
-Ο δάσκαλος; και τι ξέρει ο δάσκαλος απ' αυτά;
Ο Δημητρός άρπαξε πάλι τη μύτη του:
«Οι αστέρες ανατέλλουσιν εξ ανατολών και δύουσιν εξ δυσμών», όχι, «και δύουσιν από δυσμών». Όχι, όχι, ούτε έτσι, στάσου να δεις πως το λέει: «οι αστέρες ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς», μάλιστα, έτσι το λέει.
-Και τι πα να πει «ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς;» Εσύ το καταλαβαίνεις;
-Εγώ λέω, που το σωστό είναι, πως μόλις νυχτώνει, ο Θεός ανάβει στον ουρανό ένα ένα τα λυχναράκια του, για να βλέπουν τα πουλάκια όλου του κόσμου να γυρίζουν στις φωλίτσες τους. Αυτά τα λυχναράκια του Θεού είναι τα άστρια.
Και τα παιδιά, με τα μάτια καρφωμένα στο βαθύ ουρανό, μετρούσαν τα «λυχναράκια», ώσπου απoκoιμήθηκαν.
Την άλλη μέρα το πρωί βούιζε η γειτονιά από τα τσιρίσματα, τις φωνές και τα γέλια των παιδιών που ανυπόμονα περίμεναν στην αυλή, πολύ πριν της ώρας.
«Και πού τα βάζουν κάθε μέρα τα χέρια τους και τα πόδια τους αυτά τα παιδιά, που σήμερα δεν ξέρουν πού να τα οικονομήσουν;», συλλογίζονταν μια νέα γυναίκα, που παρακολουθούσε από το παράθυρό της την ανησυχία των μικρών.
Καθένας που έμπαινε δέχονταν τις φωνές και τα πειράγματα των αλλωνών.
-Ω! καλώς το Γιωργάκη! Τη νυχτικιά της νόνας σου σού ντύσανε σήμερα;
Ο Γιωργάκης, που φορούσε μια πλατιά και μακριά άσπρη μπλούζα μ’ ένα λουρί στη μέση, κοκκίνισε όλος και σήκωσε τη μπλούζα του, για να τους δείξει, πως φορούσε και πανταλόνι.
Τα περισσότερα παιδιά ήτανε με τις ποδιές τους φρεσκοπλυμένες και φρεσκοσιδερωμένες, μα μερικά είχαν έρθει με τις φορεσιές τους, κι αυτά τραβούσανε όλα τα πειράγματα.
-Δε σου πάει και άσκημα το βρακί του πατέρα σου! Έλεγε ένα στεγνό ψηλό παιδί σ' ένα στρουμπουλό παιδάκι, που φορούσε ένα μακρύ και πλατύ πανταλόνι, που το έπνιγε. Εκείνο δεν εκατάλαβε και τον κοίταξε μ' απορία. Γιατί του έλεγε, πως ήτανε του πατέρα του, αφού ήτανε του αδερφού του του μεγαλύτερου;
Σε λίγο παρουσιάστηκε κι ο Πανούτσος, μα δεν ήτανε σαν πάντα γελαστός κι άταχτος.
Μπήκε σοβαρός κι αμίλητος μ' ένα βαρύ καλαθάκι στο χέρι κι έδειχνε πως δεν έπαιρνε σήμερα από αστεία. Τράβηξε ίσια σε μια απόμερη γωνιά της αυλής και δε λάβαινε μέρος στις φωνές και στα πειράγματα των παιδιών.
Σήκωνε με τρόπο το καπάκι του καλαθιού του, βουτούσε το χέρι του μέσα και ύστερα έγλειφε ένα ένα τα δάχτυλά του με τη σειρά. Η μητέρα του τού είχε βάλει στο καλαθάκι κι ένα καλό κομμάτι μπακλαβά κι ο νους του Πανούτσου ήτανε κολλημένος εκεί.
Σε λίγο άνοιξε διάπλατη η βαριά ξύλινη πόρτα και φάνηκε το μεγάλο αυτοκίνητο, που θα τους έπαιρνε.
Την ίδια ώρα παρουσιάστηκε κι ο δάσκαλος και παράγγειλε ν' ανεβούν.
Τα παιδιά ξεχύθηκαν όλα μαζί και με φωνές και γέλια πνιχτά στριμώχτηκαν, όπως μπορούσαν μέσα στ’ αυτοκίνητο· ο δάσκαλος πήδησε τελευταίος κοντά στον οδηγό και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Στην αρχή σιγά κι ύστερα με ταχύτητα· ένα πυκνό σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από το δρόμο και σκέπασε τ' αυτοκίνητο που έφευγε ολοταχώς απάνω στο μακρύ ίσιο δρόμο όσο που χάθηκε. Την ίδια ώρα έφτανε λαχανιασμένος κι ο Δημητρός, από την άλλη μεριά του δρόμου. Φορούσε την ποδιά του καθαρή, μα στριφτή και καταζαρωμένη, όπως την είχε απλώσει αποβραδίς η Φιλίτσα. Είχε πάρει και το ψωμί του στην τσέπη του· μα στο δρόμο συλλογίστηκε, που ο δάσκαλος τους είχε πει: «και ο καθένας με το καλαθάκι του με το φαγητόν του».
Μη τον έβλεπε τώρα δίχως καλαθάκι και τον έστελνε πάλι στο σπίτι του;
Ο Δημητρός δεν έχασε καιρό· έβγαλε το μαντίλι του, τ' άπλωσε απάνω στο δρόμο, έβαλε μέσα το ψωμί του, το 'δεσε σεις τέσσερις άκρες και κρατώντας από τους κόμπους το δέμα του -τι δέμα, τι καλαθάκι το ίδιο έκανε -έτρεχε χαρούμενος κατά το σχολειό.
Τώρα δεν του 'λειπε τίποτα.
Τι ωραία, που θα περνούσε! Κανένας δε θα 'βλεπε το δέμα του. Έτσι που τα είχε καταφέρει στο δέσιμο, φαίνoνταν φουσκωτό σα να είχε του κόσμου τα πράματα, ως και γλυκό μπορούσε να 'χε μέσα και φρούτα και τυρί.
Έφτασε μπροστά στο σχολειό.
Παναγία μου! η πόρτα ήτανε κλειστή από πάνω ως κάτω! και μια τέτοια ησυχία, που όμοιά της δεν είχε καταλάβει ποτέ ο Δημητρός. Σαν να πέθανε μονομιάς όλος ο κόσμος και ν' απόμεινε αυτός μοναχός του.
Επάγωσε κι η πνοή του επιάστηκε.
Κοίταξε γύρω του· κανείς!
Μόνο η γειτόνισσα στέκονταν ακόμα στο παράθυρο και τον είδε.
-Άργησες! του φώναξε από το παράθυρο.
-Άργησα... είπε κι ο Δημητρός.
Από τη συλλογή «Στη συκαμιά από κάτω».
Ετικέτες
Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013
Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013
"Η σιωπή του ξερόχορτου"
Στα πλαίσια του μαθήματος της Νεοελληνικής λογοτεχνίας ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης διάβασε σε μαθητές της Α΄γυμνασίου αποσπάσματα από το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου "Η σιωπή του ξερόχορτου". Ακολούθησε συζήτηση κατά την οποία οι μαθητές ανέπτυξαν τις απόψεις τους για το σχολείο του σήμερα και το σχολείο των ονείρων τους.








Ο Συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου
Δεξιοτέχνης της σύντομης φόρμας ο Σωτήρης Δημητρίου καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση στην ελληνική πεζογραφία των τελευταίων ετών. 'Ηδη ώριμος, πρωτοεμφανίζεται, το 1987, με τη συλλογή διηγημάτων Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη και συνεχίζει, διευρύνοντας μεθοδικά τη θεματική περιοχή του, με μια δεύτερη συλλογή, το 1989, 'Ενα παιδί απ' τη Θεσσαλονίκη, και μια τρίτη, το 1998, Η Φλέβα του λαιμού.
Ο Σωτήρης Δημητρίου σκιαγραφεί παρίες της Αθήνας. τους εξοστρακισμένους της εσωτερικής μετανάστευσης που κυριάρχησε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ένας κόσμος στέρησης και δυστυχίας ζωντανεύει στα διηγήματα, με ήρωες απόκληρους και σαλεμένους.
Αφαιρετικά, χωρίς το φόρτο των ερμηνευτικών σχολίων, ο Σωτήρης Δημητρίου αναζητεί τα δυσδιάκριτα όρια παθολογικού και φυσιολογικού. Στα πρώτα διηγήματα, φαίνεται να θέλγεται από ακραίες παθολογικές καταστάσεις, εκ γενετής διαμορφωμένες, ενώ, στα πλέον πρόσφατα, περιγράφει τις
διαταραχές που δημιουργούν και επιτείνουν οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος. Σαδομαζοχιστικές σχέσεις, που συχνά καταλήγουν σε επιθανάτιο εναγκαλισμό, αποδίδονται χωρίς δραματική φόρτιση, με έναν υφέρποντα ερωτισμό.
Παρόμοιοι χαρακτήρες ανθίστανται και δεν πλάθονται εύκολα, ιδίως μέσα στα στενά όρια που επιβάλλει το διήγημα. Η αρτίωση τους συνιστά τον άθλο της μορφής. Ο Σωτήρης Δημητρίου αποδίδει αυτούς τους ανθρώπινους τύπους παρακολουθώντας τη δική τους πλάγια οπτική γωνία, στην οποία αντιπαραθέτει την προοπτική του αφηγητή. Κατά κανόνα, το διήγημα ανοίγει συνοψίζοντας επιγραμματικά την ιδιότροπη φύση του ήρωα και τα δεινά του. Όπως στις ιστορίες συχνά συμπυκνώνεται η διάρκεια μιας ζωής, τα χρονικά περάσματα υποβοηθούνται με κάποιο θυμόσοφο απόφθεγμα. Οι διάλογοι περιορίζονται σε στιχομυθίες σπαρμένες μέσα στην αφήγηση, η οποία άλλοτε περιγράφει με κοφτές εντυπωτικές φράσεις κι άλλοτε καταφεύγει στην παρατακτική αναφορά.
Ωστόσο, οι ήρωες του Σωτήρη Δημητρίου ολοκληρώνονται ως φορείς της ντοπιολαλιάς που τους έθρεψε. Από τη Μουργκάνα Θεσπρωτίας ο συγγραφέας διασώζει στους διαλόγους των διηγημάτων το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του, γεμάτο ποιητικές μεταφορές και παρομοιώσεις. Αυτός ο λεκτικός πλούτος γονιμοποίησε κυρίως το μυθιστόρημα Ν' ακούω καλά τ' όνομα σου, το οποίο εκδίδει ο Σωτήρης Δημητρίου, το 1993. Πεζογράφημα που μοιράζεται σε τρεις φωνές και κινείται σε διαφορετικούς, επάλληλους χρόνους. Η ιστορία της ανάβασης εννέα γυναικών και των παιδιών τους, από τη Θεσπρωτία στο Αργυρόκαστρο, χειμώνα 1944, σε απελπισμένη αναζήτηση μέσων επιβίωσης. Αφηγήτριες, δυο αδελφές, μικρά παιδιά τότε, που βρέθηκαν ένθεν και ένθεν των ελληνοαλβανικών συνόρων, όταν αυτά έκλεισαν αμετάκλητα, διακόπτοντας οποιαδήποτε μεταξύ τους επικοινωνία.
Αν και ελληνοκεντρικό το συγγραφικό σύμπαν του Σωτήρης Δημητρίου και ιδιωματική η γλώσσα του, μεταφραστικά ευτύχησε, αποσπώντας το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου, ευρωπαϊκού αναγνωστικού κοινού. Πιθανώς και γιατί, τελικά, τόσο τα διηγήματα όσο και το μυθιστόρημα επικεντρώνονται στο δράμα ενός προσώπου για να απεικονίσουν με παραστατικότητα το αίσθημα της αδυναμίας και τη μοναξιά ταπεινών και αποβλήτων.
Μάρη Θεοδοσοπούλου
Κριτικός Λογοτεχνίας
Πηγή: http://www.tsamantas.com/sotirisdimitriou/
Ετικέτες
Λογοτέχνες
,
Λογοτεχνία Α' Γυμνασίου
Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013
Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013
Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013
Η αυθεντικότητα ενός πορτραίτου του Ναπολέοντα(;)
Ο άγγλος πανεπιστημιακός Simone Lee, δ/ντής του Τμήματος Ιστορίας της Τέχνης του Παν/μίου του Reading (Σκωτία) υποστηρίζει ότι ανακάλυψε πορτραίτο του Ναπολέοντα που είχε ζωγραφίσει ο Jacques Louis David (1748-1825). Mέχρι σήμερα ο πίνακας θεωρείτο αντίγραφο ή έργο του εργαστηρίου του καλλιτέχνη.

Ο πίνακας, που παρουσιάζει τον αυτοκράτορα με τη στολή της εθνοφρουράς, φιλοτεχνήθηκε το 1813, την εποχή που Άγγλοι και Πρώσοι πίεζαν τον Ναπολέοντα.
Μέχρι το 1988, που παραχωρήθηκε στην Royal Scottich Academy, ο πίνακας βρισκόταν στην κατοχή της οικογένειας Bathwick-Norton και φυλασσόταν σ'ένα πύργο στη Σκωτία. To 2005 ένας νεοϋορκέζος συλλέκτης τον αγοράζει για 18.000 ευρώ. Ο άγγλος πανεπιστημιακός όμως υπολογίζει ότι η αξία του ανέρχεται στα 2, 3 εκατ. ευρώ. Πάντως από πολλές πλευρές εκφράζονται επιφυλάξεις για την αυθεντικότητα του πίνακα.
Πηγή: Le monde
Ετικέτες
Ιστορία Γ΄Γυμνασίου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









.jpg)
.jpg)




